Βιβλιογνωσία: "Πέτρος ο Κρητικός και η κατάκτηση του Περού", του Χαράλαμπου Κόρακα
Στη δημοσίευση για τον «Πέτρο τον Κρητικό» (Pedro de Candía, ή Πέδρο δε Κανδία) είχα υποσχεθεί να διαβάσω το βιβλίο του Χαράλαμπου Κόρακα για τον Πέτρο (ή Pedro), κυρίως για να εξακριβώσω αν στη βιβλιογραφία και στις πηγές περιλαμβάνονται συγκεκριμένες γραπτές πρωτογενείς αναφορές οι οποιες να δίνουν περισσότερες πληροφορίες για την καταγωγή του Πέτρου (θα τον αναφέρω εδώ -τιμής ένεκεν- με το Ελληνόφωνο όνομά του).
Ο συγγραφέας, ο οποίος εκπροσώπησε διπλωματικά στην Ελλάδα στην Αργεντινή, τη Χιλή, το Περού, την Ουρουγουάη, την Ισπανία και τη Γαλλία, έχει συμπεριλάβει ευρεία βιβλιογραφία στο πόνημά του (σελ. 205). Οι περισσότερες πηγές όμως, σε ότι αφορά την κατάκτηση του Περού, δεν είναι πρωτογενείς, αλλά πρόκειται για περιγραφή και σχολιασμό των γεγονότων από κατοπινούς συγγραφείς.
Οι αληθινά πρωτογενείς πηγές παραμένουν τα χρονικά του Inca Garcilaso de la Vega, («Comentarios reales, Parte I», Λισαβόνα ,1609 και «Comentarios reales, Parte II», Λισαβόνα, 1612) και του Huaman Poma de Ayala, («El primer nueva cronica y buen gobierno», Περού, 16ος αιώνας).
Στην προηγούμενη δημοσίευση έχουμε ήδη αναφέρει ότι ο de la Vega είναι η βασική πηγή για την προσωπικότητα και τη δράση του Πέτρου στο Περού, καθώς ήταν συμμαθητής στο Κούσκο με τον γιο του Πέτρου, τον οποίο αυτός απέκτησε με μια περουβιανή πριγκήπισσα. Εξαιτίας της σχέσης με τον υιό de Candía, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η εικόνα που παρουσιάζει ο de la Vega για τον Πέτρο είναι κυρίως αναμετάδοση των αφηγήσεων του υιού για τον πατέρα. Συνεπώς, πρέπει να είναι μια αρκετά θετική εικόνα, ίσως και κάπως ωραιοποιημένη.
Ο δεύτερος χρονικογράφος, o Ayala, είναι αυτός που έχει φιλοτεχνήσει τα σχέδια των επεισοδίων της συνάντησης των Ισπανών με τους Ίνκα. Τα σχέδια πρέπει να βασίζονται σε αφηγήσεις των πρωταγωνιστών της κατάκτησης ή μελών της πρώτης και δεύτερης γενιάς των Ισπανών αποίκων.
Από αυτές τις εικόνες ξεχωρίζουμε την θρυλική συνάντηση του Πέτρου με τους άρχοντες της πόλης Tumbes, τότε που ο Πέτρος προθυμοποιήθηκε να εισέλθει μόνος στην πόλη για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αρχόντων της και να την κατασκοπεύσει προετοιμάζοντας τη μελλοντική της κατάκτηση.

Για να περιλαμβάνεται αυτό το περιστατικό στις διάσημες γκραβούρες του Ayala, η δράση του Πέτρου, η συμβολή του στην κατάκτηση του Περού και η προσωπικότητά του πρέπει να αντηχούσαν μεταξύ των νέων αποίκων για γενιές μετά το θάνατό του, (φονεύθηκε από τον Αλμάγκρο κατά τη μάχη του Τσούπας).
Εκεί που ο κος Κόρακας κάνει τη διαφορά σχετικά με τις πηγές του, είναι τα Ισπανικά Αρχεία, τα οποία βρίσκονται συγκεντρωμένα στη Σεβίλλη (Archivos generales de Indias). Δεν ξέρω αν οι αναφορές που κάνει στα Αρχεία είναι αναγνώσεις των Αρχείων από τον ίδιο τον συγγραφέα ή είναι παραπομπές και αναφορές των δευτερογενών πηγών, αυτών της βιβλιογραφίας.
Πέρα από το τμήμα του βιβλίου το οποίο αφορά τη γενικότερη ιστορία της Εποχής των Ανακαλύψεων, για τη ζωή και τη δράση του ίδιου του Πέτρου ο κος Κόρακας αναφέρει ότι βασίστηκε ιδιαίτερα στην βιογραφία του Φρανθίσκο Πιθάρρο που συνέγραψε ο Χ. Αντόνιο ντελ Μπούστο, «Pizarro» (Λίμα, 2001), καθώς και στο έτερο έργο του ίδιου συγγραφέα «Los trece de la fama», (Λίμα,1989). Εκεί υπάρχει ξεχωριστό κεφάλαιο για τον Πέτρο: «El artillero: Pedro de Candia».
Από την ελληνική βιβλιογραφία ο συγγραφέας αναφέρει το βιβλίο του Χ.Δ. Λάζου, «'Ελληνες στην ανακάλυψη και εξερεύνηση της Αμερικής» (Αίολος, Αθήνα, 1990) και επίσης την αναφορά του Φώτη Κόντογλου στο βιβλίο του τελευταίου «Αδάμαστες Ψυχές», το οποίο έχουμε ήδη αναφέρει στην προηγούμενη δημοσίευση για τον Πέτρο.
Μεταξύ των δύο ελληνόφωνοων βιβλίων, κος Κόρακας δίνει περισσότερο βάρος σ' αυτό του -όχι τυχαία- ομόσταυλού του στον εκδοτικό οίκο, Χ.Δ. Λάζου, ενώ κρίνει -μάλλον εσφαλμένα- ότι η αναφορά του Κόντογλου ανήκει στην «μυθιστορηματική βιβλιογραφία».
Είχα διαβάσει, πριν πολλά χρόνια, ένα άλλο βιβλίο του κου Λάζου για τον Πυθέα: «Το ταξίδι του Πυθέα στην άγνωστη Θούλη». Διέκρινα τότε μια τάση «δημιουργικής» σύνθεσης και παράτολμων λογικών αλμάτων εκεί όπου οι πηγές δεν είναι πλήρεις ή ακριβείς, ώστε να υποστηριχθεί η ενθουσιώδης περιγραφή του άνδρα και του ταξιδιού. Αντίθετα, λόγω του σεμνού και χαμηλών τόνων χαρακτήρα του Φώτη Κόντογλου, εμπιστεύομαι τη δική του δήλωση: «Κόπιασα πολύ ως να βγάλω πέρα την ιστορία του και να την ταχτοποιήσω, ψάχνοντας μέσα σε αρχαία βιβλία, γιατί ένα κομμάτι του βρίσκεται εδώ και ένα άλλο αλλού, σαν τα σπασίματα από κανένα αρχαίο αγγείο…».
Αυτή είναι η βασική διαφορά μας με τον κο Κόρακα ως προς την ελληνική βιβλιογραφία: έχουμε αντίστροφηάποψη για την αξιοπιστία των δύο κύριων βιβλίων για τον Πέτρο. Πάντως, δεν έχω διάβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο του κου Λάζου (δεν θα το κάνω), ενώ το κριτήριό μου για τον Κόντογλου παραμένι μάλλον ποιοτικό και υποκειμενικό. Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζω για ποια «αρχαία βιβλία» μιλά ο Κόντογλου, γιατί, δυστυχώς, δεν μας τα αναφέρει.
Συνοψίζοντας: έχουμε ευάριθμές μόνο πρωτογενείς πηγές για τον Πέτρο. Σ' αυτές δε φαίνεται ότι περιέχεται κάτι συγκεκριμένο, ίσως και αρχειακά επαληθεύσιμο (Βενετσιάνικα αρχεία;), άρα αξιόπιστο, ως προς τις εθνικές ρίζες του Πέτρου και την καταγωγή των γονέων του Πέτρου. Αλλιώς, θα υπήρχε μόνο μια εκδοχή και δε θα το συζητάγαμε τώρα.
Επειδή αποφάσισα να προσεγγίσω κριτικά τις πηγές, τη σκέψη και την ερευνητική μέθοδο του κου Κόρακα γιατο θέμα της καταγωγής και της εθνικής ταυτότητας του Πέτρου, θα αναφερθώ λεπτομερειακά παρακάτω μόνο στα αποσπάσματα του βιβλιου που μιλούν ακριβώς γι' αυτό.
Στις σελίδες 29-30 περιέχονται τα περισσότερα στοιχεία και οι σχετικές κρίσεις του συγγραφέα. Διαβάζουμε λοιπόν (οι επιτονισμοί από εμένα):
«Το επώνυμο του πατέρα του μας είναι άγνωστο. Δεν γνωρίζουμε πολλά για την οικογενειακή του κατάσταση, φαίνεται, όμως, ότι οι γονείς του ήταν φτωχοί και ορφάνεψε μικρός από πατέρα και μητέρα. Είναι, ωστόσο, βέβαιο ότι δεν πρόκεται για βενετό κάτοικο της Κρήτης, κάτι το οποίο προκύπτει από τους χαρακτηρισμούς που του δίνουν οι χρονικογράφοι της εποχής, αφού παράλληλα με το επίθετο Ντε Κάντια τον αποκαλούν καπετάν Λεβαντίνο, δηλαδή ορθόδοξο της Ανατολικής Μεσογείου, και Έλληνα κατά την εθνικότητα, (griego de nación). Από μαρτυρίες, μάλιστα, όπως εκείνη του περουβιανού χρονικογράφου Ίνκα Γκαρσιλάο ντε λα Βέγκα, που αναφερόμενος σε επεισόδιο της κατάκτησης το 1527 λέει ότι "ο Πέδρο ντε Κάντια δεν ήταν Ισπανός, αλλά Έλληνας γεννημένος στην Κρήτη", μαθαίνουμε ότι ο Πέτρος, πολλά χρόνια μετά τον ξενιτεμό του, συνέχισε να είναι γνωστός και να φέρεται ως Έλληνας. Από ενδείξεις συμπεραίνουμε ότι ο Πέτρος βαφτίστηκε ορθόδοξος και έμαθε γράμματα στη γενέτειρά του, όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του...Μια άλλη, ανεξακρίβωτη, παράδοση θέλει τον Πέτρο θύμα τουρκικής επιδρομής και αναθρεμμένο ως ορφανό από έναν θείο του στο Καστελνουόβο, βενετοκρατούμενο λιμάνι της Δαλματίας...»
Δεν συμφωνώ με τον κο Κόρακα ότι τα ανωτέρω είναι επαρκή στοιχεία προς απόφανσης απόφανση περί εθνικής καταγωγής. Αν θέλουμε να είμαστε εκδραστικά ακριβόλογοι και το ίδιο ακριβείς κατά την έρευνα και την εξαγωγή αξιόπιστων και επεληθεύσιμων συμπερασμάτων, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα για την ορθοδοξία του, κάτι που θα ήταν αποφασιστικό στοιχείo για να θεωρηθεί Έλληνας εκ γενετής (griego de nación).
Ας μείνουμε περισσότερο στον όρο «Λεβαντίνος». Από την μεριά των καθολικών Ισπανών της δυτικής Μεσογείου, Λεβαντίνοι ήταν όσοι προέρχονταν από την βαλκανική χερσόνησο και πέρα, της Κρήτης συμπεριλαμβανομένης. Αργότερα και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, ο όρος σήμαινε τους καθολικούς κατοίκους των -ακόμα τότε- πολυεθνικών πόλεων της Οθομανοκρατούμενης Εγγύς Ανατολής (π.χ. της Σμύρνης), ακριβώς γιατί το ορθόδοξο ελληνογενές στοιχείο είχε πολιτισμικά και κοινωνικά αυτονομηθεί, εξαιτίας της ραγδαίας οικονομικής του άνοδου από τον 19ο αιώνα και μετά.
Στη διήγησή του, ο Inca Garcilago de la Vega μιλά για 16 ακόμα Λεβαντίνους πυροβολητές, που αποτελούσαν το απόσπασμα πυροβολικού του Πέτρου και οι οποίοι πολέμησαν στο στρατό του Αλμάγκρο κατά τη μάχη του Τσούπας. Στη σελιδα 187 του βιβλίου του κου Κόρακα υπάρχει ένα αυθεντικό απόσπασμα από το χρονικό, όπου γράφει: «Ο δον Ντιέγο [ντε Αλμάγκρο]...έχυσε κανόνια με την εργασία και την καλή τέχνη ορισμένων Λεβαντίνων, όπως αποκαλούν στις Ινδίες τους Έλληνες, οι οποίοι προσέτρεξαν με πολύ καλή θέληση απο σεβασμό προς τον Πέδρο ντε Κάντια, που εξαιτίας των προσβολών του Ερνάντο ΠΙσάρο, όπως είπαμε, είχε προσχωρήσει στην παράταξη του Ντιέγο ντε Αλμάγκρο...».
Είναι πολύ ισχυρή αυτή η δήλωση του μόνου αυθεντικού χρονικογράφου της εποχής, ως προς τη σημασία του όρου Λεβαντίνος ως «Έλληνα». Είναι όμως αυτό απόδειξη ότι ο οποιοσδήποτε «Λεβαντίνος των Ινδιών» (σσ. της καθ' ημάς Ν. Αμερικής), ήταν και εκ καταγωγής ελληνορθόδοξος; Κατά τη γνώμη μου, ο επιθετικός προσδιορισμός «Λεβαντίνος» πρέπει να ήταν και τότε πιο συμπεριληπτικός και ίσως περιλάμβανε και Ιταλούς (Γενουάτες ή Βενετσιάνους), που για τους Ισπανούς είχαν «ανατολική» (λεβανντίνικη) καταγωγή.
Ο Κόντογλου, από τη μεριά του, όταν μιλά για το απόσπασμα πυροβολητών του Πέτρου, γράφει ότι είχε στις διαταγές του αρκετούς πυροβολητές, Έλληνες και Ιταλούς. Νομίζω όμως ότι ο Κόντογλου κάνει εδώ ένα σφάλμα αναχρονισμού. Πρέπει να έχει διαβάσει το χρονικό του de la Vega (αυτό πρέπει να είναι ένα από τα «αρχαία βιβλία») και, από εκεί, να ερμηνεύει το «Λεβαντίνοι» του de la Vega ως «Έλληνες και Ιταλοί», συμπεριλαμβάνοντας τους Ιταλούς στο «Λεβαντίνος» (παραδείγματος χάριν, μια και οι περισσότεροι Λεβαντίνοι της Σμύρνης των αρχών του 20ου αιώνα, ήταν ιταλικής καταγωγής). Υπόθεση κάνω, φυσικά...
Η μεγάλη εξειδίκευση τόσων «Λεβαντίνων» στο πυροβολικό (ειδικότερα, συμπατριώτες του Πέτρου από την Κρήτη) και η πολεμική εμπειρία τους στα κανόνια μπορεί να προκύπτει από αρκετές -και μεταξύ τους επικαλυπτόμενες- εκδοχές. Μήπως ήταν αυτόχθονες ορθόδοξοι (Έλληνες) και καθολικοί (βενετσιάνικης καταγωγής, ή μεταστραφέντες στον καθολικισμό), οι οποίοι κατατάσσονταν στο πυροβολικό των Βενετών στην Κρήτη και αλλού; Ήταν μήπως Γενουάτες, Βενετσιάνοι, ή αλλοεθνείς πυροβολητές ναυτολογημένοι στους πολεμικούς στόλους των δύο ιταλικών πόλεων;
Επιμένω ιδιαίτερα στο θρήσκευμα (ορθόδοξος ή καθολικός), γιατί αυτό ήταν το ταυτοτικό εθνικό στοιχείο των Ελλήνων (και των Ελλήνων της Κρήτης) στα μεταβυζαντινά χρόνια. Η μεταπήδηση στον καθολικισμό σήμαινε αποξένωση από το κυρίως σώμα των Ελλήνων, ενώ η αλλαξοπιστία στο Ισλάμ σήμαινε αμετάκλητο εξοστρακισμό. Με αυτή την έννοια, ένας εκ Κρήτης ορθόδοξος θα μπορούσε να λέγεται και Λεβαντίνος και Έλληνας (όπως ο Πέτρος), αλλά ένας καθολικός και γεννημένος στην Κρήτη (είτε από βενετσιάνικη γενιά είτε ορθόδοξος εκ γενετής, μεταστρεμένος στον καθολικισμό), μάλλον θα λεγόταν Λεβαντίνος σκέτο.
Πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι ο Πέτρος ήταν καθολικός, τουλάχιστον από τότε που εντάχθηκε στον Ισπανικό στρατό και παντρεύτηκε την Ισπανία. Είδαμε επίσης ότι τα αδέρφια του είχαν ισπανικά/λατινικά ονόματα και ότι ένας τους έγινε καθολικός ιεραπόστολος. Μαθαίνουμε ότι για να δεχθεί η Κάσα δε Κοντραταθιόν (Casa de Contratación), η Δημόσια Αρχή που αποφάσιζε για τις αποστολές στρατιωτών, υπαλλήλων, διοικητών και για την όλη διαχείριση και διοίκηση του Νέου Κόσμου, να επιτραπεί κάποιος να πάει στις Νέες Χώρες ήταν προαπαιτούμενο να είναι καθολικός. Όσο φανατικά και αν έψαχναν οι Ισπανοί για χρυσό, άλλο τόσο αποφασισμένοι ήταν να επιβάλλουν παντού τον καθολικισμό.
Όπως πολύ σωστά γράφει ο κος Κόρακας (σελ. 62), για να βρουν δουλειά και για να παντρευτούν στην Ισπανία και στο Νέο Κόσμο, όλοι οι μη-καθολικοί επίδοξοι άποικοι έπρεπε να ασπαστούν τον καθολικισμό (είτε ορθόδοξοι είτε λουθηρανοί ήταν) και μετά να βαπτίσουν τα παιδιά τους στο δυτικό δόγμα. Φαίνεται, μάλιστα, ότι κάποιοι Έλληνες ορθόδοξοι προσποιήθηκαν την προσχώρησή τους στο καθολικό δόγμα και αργότερα επανήρθαν στην Ορθοδοξία ή δεν τήρησαν τις εξωτερικές συμπεριφορές και το καθολικό Τυπικό. Στη σελίδα 62 διαβάζουμε για «... περιπτώσεις καταδίκης ελλήνων αποίκων της Λίμας (sic) επειδή ακολούθησαν την ορθόδοξη πίστη, που εκείνη την εποχή θεωρούνταν αιρετική. Κάποιος Μάρκος Αντωνίου, για παράδειγμα, δικάστηκε για βλασφημία επειδή είπε ότι δεν τον ενδιέφερε ο αφορισμός, αφού οι πατριάρχες της Ιερουσαλήμ και της Αντιοχείας θα τον συγχωρούσαν, κάποιος Πέτρος Ιωάννου από τους Δελφούς (σσ. !!!) καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή δεν ήθελε να ασπαστεί τον καθολικισμό, ενώ ένας Σεβαστιανός Σταύρου από την Τραπεζούντα παραπέμφηκε στην Ιερά Εξέταση ως αιρετικός.» Δυστυχώς, ο κος Κόρακας δεν μας λέει πού βρήκε τα αρχεία ή έστω τις αναφορές των ονομάτων αυτών των Μαρτύρων της Ορθοδοξίας.
Ας αρχίσουμε τώρα να συνοψίζουμε τις εκτιμήσεις μας για την ελληνικότητα του πέτρου και της οικογένειάς του: Ήταν σίγουρα καθολικοί όταν βρέθηκαν στον Νέο Κόσμο. Ήταν ορθόδοξοι όταν γεννήθηκαν (αυτόχθονες Κρητικοί) ή μήπως ήταν γεννημένοι στην Κρήτη, αλλά από βενετσιάνικη οικογένεια (με μητέρα αραγωνέζικης καταγωγής), όπως υποστηρίζει η ισπανόφωνη Wikipedia;
Ξεκάθαρη απάντηση για την εθνικότητα του Πέτρου δεν μπορεί να δοθεί. Δίχως ατράνταχτη απόδειξη (αρχειακό ή άλλο ιστορικό έγγραφο), μόνο απόψεις μπορεί να διαμορφώνουμε με βάση τις ενδείξεις: της συμπεριφοράς του (χρήση και διατήρηση του επωνύμου de Candía), των συναναστροφών του (κύκλος «Λεβαντίνων» γύρω του) και τις αναφορές των χρονικογράφων.
Παίρνoντας πολύ σοβαρά την αναφορά/ερμηνεία του de la Vega για το «Λεβαντίνοι», μετριάζω κάπως την προηγούμενη απόλυτη άποψή μου ότι ο Πέτρος ήταν βενετσιάνικης καταγωγής, χωρίς όμως να προσχωρώ στην θέση ότι ήταν εκ γενετής Έλληνας ορθόδοξος. Το αφήνω ανοικτό κλίνοντας προς τη βενετσιάνικη καταγωγή.
Ας περάσουμε τώρα στη βιβλιοκριτική. Έκανα ξεχωριστή δημοσίευση για το ζήτημα επειδή πίστεψα ότι ένα ελληνόφωνο βιβλίο θα μπορούσε πιθανώς να περιέχει συγκεκριμένες πηγές, κάποιες περισσότερες πρωτογενείς αναφορές, ίσως πιο αξιόπιστες -επιστημονικές- ερμηνείες του ζητήματος. Μπορεί και απαντήσεις στο βασικό ερώτημα. Πέρα όμως από το πρωτογενές απόσπασμα του de la Vega για τη -σύγχρονη του καιρού του- ερμηνεία του όρου «Λεβαντίνος», δεν βρήκα κάτι άλλο εντυπωσιακό στο βιβλίο από την πλευρά των πηγών.
Ο κος Κόρακας φανερά διαθέτει μια πολύ καλή και σφαιρική γνώση της Εποχής των Ανακαλύψεων, ενώ έχει διαβάσει αρκετά έργα άλλων συγγραφέων για τα γεγονότα της κατάκτησης του Περού και για τη δράση του Πιθάρρο. Πρέπει να δεχθούμε όμως ότι οι πρωτογενείς αναφορές στη δράση του Πέτρου του Κρητικού ή του Pedro de Candía, (διαλέχτε!) δεν γεμίζουν ένα βιβλίο. Το μεγαλύτερο μέρος του πονήματος του κου Κόρακα αναλίσκεται στην περιγραφή του ιστορικού πλαισίου των Ανακαλύψεων, στα γεγονότα των εκστρατειών του Πιθάρρο, στην περιγραφή των γηγενών πολιτισμών κ.λπ. Επιπλέον, περιγράφει με επάρκεια τα γεγονότα όπου ο Πέτρος πρωταγωνιστούσε. Για τον Κόντογλου, αυτή η περιγραφή πηρε περίπου 16 σελίδες (αποτελώντας ένα μόνο κεφάλαιο του βιβλίου του «Αδάμαστες Ψυχές»). Εδώ ο κος Κόρακας συνέγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο, με απλό αλλά περιληπτικότερο ίσως τίτλο, που μάλλον υπερτονίζει την παρουσία του Πέτρου στα γεγονότα (πάντως εξυπηρετεί τον Εκδότη).
Είναι φανερό ότι το βιβλίο, κυρίως, συνθέτει διαβάσματα που έχει κάνει ο συγγραφέας από άλλους ισπανόφωνους συγγραφείς, μαζί και από το βιβλίο του κου Λάζου. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ιστορικό σύγγραμμα. Δεν υπάρχει η ευρύτερη δυνατή αναζήτηση πρωτογενών πηγών, ούτε η κριτική στάση απέναντί τους. Δεν γίνεται εξαντλητική έρευνα της αξιοπιστίας των όσων γράφονται σε άλλες δευτερογενείς αναφορές. Δεν υπάρχουν επαρκείς παραπομπές για σημαντικές αναφορές τρίτων ή για αποφάνσεις του συγγραφέα. Η ενδελεχής εξέταση των συνδηλωτικών του όρου «Λεβαντίνος» δεν απασχολεί τον συγγραφέα, ο οποίος παίρνει ως δεδομένο την ελληνική καταγωγή του ήρωά μας. Αυτά είναι στοιχεία του χαρακτήρα έρευνας, γραφής και κριτικής στάσης (πνευματικής κλίσης) τα οποία καλλιεργούνται στον ακαδημαϊκό χώρο. Δεν μπορούμε να τα ζητούμε από μιαν έκδοση που απευθύνεται στο ευρύτερο δυνατό κοινό.
Εντούτοις, το βιβλίο του κου Κόρακα είναι μια πολύ αξιοπρεπής προσπάθεια να συμπυκνώσει τα γεγονότα της δράσης του Πέτρου στο Περού, περιβάλλοντάς τα με όλα τα βασικά γνωστικά εφόδια και τις επεξηγηματικές περιγραφές του ευρύτερου χρόνου και τόπου. Το βιβλίο τα περιλαβάνει όλ' αυτά ως ισορροπημένη σύνοψη, με την κατάλληλη έκταση για κάποιον που θέλει ν' αποκτήσει επαρκή εικόνα τόσο της περιπέτειας του Πιθάρρο, όσο και της συμμετοχής του Πέτρου στην εκστρατεία και συνολικά της εποχής των Ανακαλύψεων και των ανθρώπων της.
Κλείνω με το δική μου θέση πάνω στο ζήτημα της εθνικότητα του Πέτρου. Η πιο τίμια στάση είναι να το αφήσει κανείς ανοικτό, παρά να το παραδώσει, άλλη μια φορά, προς χρήση των ελληνοκεντριστών, που θεωρούν ότι όλα τα ωραία και τα σπουδαία οφείλονται στους Έλληνες, αρχαίους και νεώτερους. Προσωπικά μου αρκεί ότι αυτοπροσιοριζόταν ως de Candía και ότι γύρω του άλλοι Έλληνες έβρισκαν έναν άνθρωπο που θεωρούσαν οικείο τους.
Βιβλιογνωσία, Εποχή των Ανακαλύψεων, Πέτρος ο Κρητικός, Κονκισταδόρες, Πιθάρρο, Περού, Κόντογλου Φ., Απόδημος Ελληνισμός, Κόρακας Χ., Πυθέας