Σηκώνει σκόνη ο διάκος;
Μετέχω ως μέλος (παρατηρητής μόνο, δεν έχω κάνει καμία δημοσίευση) σε κάποια Ομάδα του fb (1) Ἐτυμολογία - Ετυμολογία | Facebook, η οποία ασχολείται με τη ετυμολογία των ελληνικών λέξεων, ένα αντικείμενο συναρπαστικό. Υπάρχουν αρκετές ομάδες στο fb που ασχολούντια με την ετυμολογία και τυχαία μόνον επέλεξα αυτή.
Η ιστορία της κατασκευής, η απόδοση νοήματος και η εξέλιξη της σημασιολογικής πορεία τους στο χρόνο μαρτυρούν απίθανα στοιχεία για τον πολιτισμό, την οικονομία, την ιδεολογία και τις κοινωνικές σχέσεις εντός μιας εθνικής ομάδας ομιλούντων κοινή γλώσσα ή διάλεκτο. Αποτυπώνουν επίσης τον βαθμό επικοινωνίας με άλλες γλωσσικές ομάδες, μέσω ειρηνικού εμπορίου, μέσω συγκρουσιακών πολιτικών και πολεμικών γεγονότων, αλλά και με την ανταλλαγή και αφομοίωση άυλων πνευματικών και πολτισμικών αγαθών και ιδεών.
Αν και δεν είμαι τακτικός αναγνώστης της εν λόγω Ομάδας, μια δημοσίευση έτυχε μια να μου κινήσει το ενδιαφέρον, ακριβώς γιατί ασχολήθηκε με το πρώτο συνθετικό του ενός από τα επίθετά μου, συγκεκριμένα, με τη λέξη «διάκονος».
Στη Δωδεκάνησο (Ρόδος Κάλυμνος, Κως κλπ.) απαντούν συχνά επίθετα που έχουν ως πρώτο συνθετικό το «Διακο-» ακολουθούμενο με ένα κύριο όνομα (Μανώλης, Γιώργης, Γιάννης, Μιχάλης, Σάββας κλπ.). Στο χωριό μας, τη Μονόλιθο, υπάρχουν τα ονόματα: Διακομανώλης (φυσικά), Διακομιχάλης, Διακοαναστασίου, Διακοσάββας [1].
Ο πατέρας μου μού είχε πει κάποτε ότι ο διάκος στα Δωδεκάνησα είναι, αυτός που βοηθά τον ιερέα στην εκκλησία του χωριού, κυρίως ως ψάλτης.
Αυτή η σημασία που απαντάται κυρίως στα Δωδεκάνησα διαφέρει από τον ορισμό του Ιεροδιακόνου ή Διακόνου (κοινώς Διάκου) στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ο οποίος είναι ο κληρικός που φέρει τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης (Ο θεσμός του Διακόνου στη ζωή της Εκκλησίας - Pemptousia).
(παραθέτω από το Copilot): Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο διάκονος δεν μπορεί να τελέσει μόνος του τα περισσότερα Μυστήρια, γιατί η ιεροσύνη του είναι βοηθητική και όχι πλήρης, όπως του Πρεσβυτέρου και του Επισκόπου.
✔️ Τι μπορεί να κάνει ο διάκονος
Ο διάκονος μπορεί να:
- συμπαρασταθεί στον ιερέα ή στον επίσκοπο κατά την τέλεση των Μυστηρίων
- αναγνώσει ευχές, εκφωνήσεις και διακονικά μέρη στη Θεία Λειτουργία
- βαπτίσει, αλλά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κινδύνου και εφόσον δεν υπάρχει ιερέας,
- μεταφέρει τα Άγια Δώρα σε ασθενείς (όχι όμως να τελέσει την Θεία Κοινωνία).
❌ Τι δεν μπορεί να κάνει ο διάκονος
Ο διάκονος δεν μπορεί να τελέσει μόνος του:
- Θεία Λειτουργία
- Γάμο
- Βάπτιση (εκτός έκτακτης ανάγκης)
- Ευχέλαιο
- Εξομολόγηση
- Κηδεία ή μνημόσυνα
- Αγιασμούς
- Ευχές που απαιτούν ιερατικό ή επισκοπικό βαθμό
📌 Ουσιαστικά
Ο διάκονος είναι υπουργός της Θείας Λατρείας, όχι τελετουργός των Ιερών Μυστηρίων.
Μόνο οι ιερείς και οι επίσκοποι έχουν την πληρότητα του μυστηρίου της ιεροσύνης για να τελούν μυστήρια κανονικά.
Ο διάκονος μπορεί να διαβάζει το Ευαγγέλιο στην Ορθόδοξη Εκκλησία — και μάλιστα αυτό είναι ένα από τα βασικά και παραδοσιακά του καθήκοντα μέσα στη Θεία Λειτουργία.
✔️ Τι προβλέπει η παράδοση
Στη Θεία Λειτουργία:
- Το Απόστολο το διαβάζει συνήθως ο αναγνώστης ή ο ιερέας.
- Το Ευαγγέλιο ανήκει κατεξοχήν στη διακονική αποστολή· ο διάκονος το διαβάζει, εφόσον υπάρχει διάκονος.
Αν δεν υπάρχει διάκονος, το Ευαγγέλιο το διαβάζει ο ιερέας.
Φυσικά, δεν υπήρχε η δυνατότητα στα πολυάριθμα χωριά των Δωδεκανήσων, ή και αλλού, να υπάρχει και ένας διάκος δίπλα στον ιερέα-εφημέριο του χωριού, ο οποίος ήταν απαραίτητος για την τέλεση των Μυστηρίων.
Αποκλείουμε έτσι τη χρήση του επιθέτου -στα Δωδεκάνησα τουλάχιστον- ως ιερατικό βαθμό. Αντίθετα, ανά την Ελλάδα απαντούν με τη μεγαλύτερη συχνότητα τα επίθετα με πρώτο συνθετικό το «Παπα-», ακολουθούμενο από όλα σχεδόν τα κύρια ονόματα.
Η βοηθητική υπηρεσία που είναι η πιο σημαντική κατά τις Ακολουθίες του εκκλησιαστικού ετήσιου κύκλου και τα τη Θεία Λειτουργία και κατά την τέλεση των Ιερών Μυστηρίων, είναι αυτή του ψάλτη.
Έχει συνεπώς πολύ λογική εξήγηση η εξήγηση της συχνότητας του επιθέτου μέσω της σύνδεσής του με το λειτούργημα τού ψάλτη (ή ιεροψάλτη, Ψάλτης ή Ιεροψάλτης; | Ψαλτολόγιον (Psaltologion)), ο οποίος δεν είναι κληρικός αλλά λαϊκός.
Προκύπτει τότε το ερώτημα: με δεδομένες τις ίδιες συνθήκες ως προς τη δυσκολία πλήρωσης των ιερατικών θέσεων ανά την Ορθόδοξη επικράτεια, γιατί να μην απαντούνται «διακο-επίθετα» με την ίδια συχνότητα στην υπόλοιπη Ελλάδα;
Δεν έχω κάποια απάντηση. Εδώ μιλάμε για χαρακτηριστική παρατήρηση ενός φαινομένου τοπικότητας: κάποιο έθιμο, συνήθεια ή πρακτική ξεκινά τυχαία σε έναν τόπο και στην πορεία του χρόνου, με μια σειρά τυχαίων μεταλλάξεων ή ίσως και στοχευμένων δράσεων, αποκτούν σταδιακά συχνότητα και ένταση, ώστε τελικά να εμπεδώνονται ως ιδίωμα στο πολιτιστικό, εθιμικό, γλωσσικό υπόβαθρο του εκάστοτε τόπου.
Αντιπαραβάλλω την πολύ συχνή εμφάνιση του κύριου ονόματος Αναγνώστης (Αναγνώστης (Χριστιανισμός) - Βικιπαίδεια) και των επιθέτων Αναγνωστόπουλος [2], Αναγνωστάκης, Αναγνώστου, Αναγνωστάκος, τα οποία απαντούν [3] στη Ρούμελη, στην Ήπειρο και στην Πελοπόνησο.
Υπάρχουν, αλλά συναντούνται με πολύ χαμηλότερη συχνότητα και τα επίθετα Αναγνωστίδης (Πόντος-Κύπρος), Αναγνωστιάδης (Μ. Ασία), Αναγνωστάτος (Κεφαλλονιά), Αναγωνστέλλης (Λέσβος, Αγ. Ευστράτιος), Αναγνωστούδης (Έβρος), τα οποία έχουν ως πρώτο θέμα τον «αναγνώστη» και κατάληξή τους το τοπικό ιδίωμα που δηλώνει την πατρόθεν καταγωγή.
Αντίθετα, δεν έχω ακούσει να υπήρχαν στα Δωδεκάνησα, «αναγνωστο-επίθετα» ή το όνομα Αναγνώστης. Μιλάμε πάντα για παλαιότερες εποχές πριν την ανάμιξη των Ελλήνων λόγω υπερ-τοπικών επιγαμιών και μετεγκατάστασης λόγω επαγγελματικών ασχολιών.
Είναι πολύ μεγάλη πιθανότητα συνεπώς ο ψάλτης να αποκαλούνταν «διάκος» στα Δωδεκάνησα και «αναγνώστης» σε άλλες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε με τη σκόνη. Η αφορμή ήταν η δημοσίευση της κας Περίτας Ἀγαθανάση στην προαναφερθείσα Ομάδα του fb. Την παραθέτω αυτούσια, μετά από κάποιες -ελάχιστες- διορθώσεις σε μικρά λάθη/παροράματα, με δικούς μου τους επιτονισμούς και το χωρισμό των παραγράφων, ώστε η δημοσίευση να διαβάζεται πιο εύκολα. Η αρχική δημοσίευση είναι εδώ.
διάκονος ἤ διήκονος = ὁ ὑπηρέτης, ὁ θεράπων, συνήθως ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἀλλά καί ὁ ἄγγελος, ὁ ἀναγγέλων. Τό θηλυκό εἶναι διακόνισσα = ἡ βοηθοῦσα τήν ἐκκλησία.
Ὡς ἐπίθετον δύναται νά σημαίνει τόν ὑπηρετικό, τόν χρήσιμο γι' αὐτό καί ἔχει καί συγκριτικό βαθμό (διακονέστερος) ἀλλά καί ὑπερθετικό (διακονέστατος).
Διάκονος ἐκ τοῦ διακονέω (ἰωνικά διηκονέω) = ὑπηρετῶ, προσφέρω ὑπηρεσίες,
Τό διακονέω ἐκ τῆς προθέσεως διά + τό ρῆμα κονέω = ἐγείρω (σ)κόνιν καί συνεκδοχικῶς ἐπείγομαι, σπεύδω. «κόνει, σπεῦδε, τρέχε», λέει ὁ Ἡσύχιος.
Μήν ξεχνᾶμε ὅτι στήν ἀρχαιότητα δέν ὑπῆρχε ἄσφαλτος καί τό «τρέξιμο» τῶν ὑπηρετῶν ἀπό 'δῶ κι ἀπό κεῖ δημιουργοῦσε (σ)κόνιν, κονιορτό.
Ἐκτός τοῦ ρήματος κονέω = ἐγείρω κόνιν ὑπάρχει καί τό ρῆμα τό κονίω = πληρῶ κόνεως, καλύπτω διά κόνεως. Προσέξτε τώρα τήν διαφορά. Στό κονέω ἔχουμε ὡς κατάληξιν τό ρῆμα ἔω = πορεύομαι, ἐνῶ στό κονίω ἡ κατάληξις -ιω δηλώνει παράταση τῆς ἐνεργείας καί εἶναι σχετική μέ τίς καταλήξεις -ιος, -ια, -ιον, προερχόμενες ἐκ τῶν μετοχῶν ἰών, ἰόν τοῦ ρήματος εἶμι = ἔρχομαι. Στό ρῆμα κονέω ἡ κόνις σηκώνεται λόγῳ πορείας, βαδίσματος, τρεξίματος, στό κονίω ἡ κόνις ἐρχόμενη συνεχῶς κατακάθεται καί γεμίζει τά πάντα, συνήθως μετά τό ...τρέξιμο.
Στό ρῆμα κονέω βλέπουμε πῶς ἡ ἀρχική σημασία τοῦ ρήματος ἔδωσε περαιτέρω ἔννοια σ' αὐτό. Αὐτός πού ξεσηκώνει σκόνη γύρω του λόγῳ γρήγορου βαδίσματος καί τρεξίματος, εἶναι, ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἀκόμα, αὐτός πού σπεύδει καί τρέχει μόλις τοῦ ζητηθεῖ, δηλαδή ὁ ὑπηρέτης καί θεράπων. Νομίζω ὅτι καί τά δύο ρήματα ἔχουν νά κάνουν μέ τήν ὑπηρεσία διότι στό μέν κονέω ἔχουμε ξεσηκωμό τῆς (σ)κόνεως λόγῳ συνεχοῦς κινήσεως, ἀλλά στό κονίω ἔχουμε κάλυψη τῶν πάντων διά τῆς (σ)κόνεως, ἡ ὁποία δύναται νά γίνει μέ δύο τρόπους, εἴτε μέ συνεχῆ κίνησιν πού δημιουργεῖ ἐπιπλέον σκόνη, κονιορτό, ἡ ὁποία στο τέλος κατακάθεται εἴτε μέ ...ἀπραξία, ἀφοῦ ἐάν δέν κινούμαστε μαζεύεται παντοῦ (σ)κόνις ἔτσι κι ἀλλοιῶς.
Πόσο ὄμορφη ἡ γλῶσσα μας, γέννησε δύο ρήματα πού ἐκφράζουν τήν κατάσταση τῆς (σ)κόνεως, τό πρῶτο (κονέω) δηλώνει τόν ξεσηκωμό της καί τό δεύτερο (κονίω) τήν κατακάθησή της.
Τά ἀρχικά μονοσύλλαβα ἀπό τά ὁποῖα προῆλθαν τά κονέω καί κονίω πρέπει νά εἶναι τό κῶ = 1.κέω, κείω, κεῖμαι, ἀφοῦ τό πρῶτο μέρος πού ὁ ἄνθρωπος κεῖται εἶναι τό χῶμα καί συνεκδοχικῶς ἡ κόνις καί 2.κοιλαίνω (γνωστές οἱ κοιλότητες τοῦ χώματος) καί ἴσως καί τό
κνῶ = 1. κνίζω, κνήθω(=ξύω) καί 2. κναίω, διαφθείρω.
Ὅσο γιά τό Ο, καί μόνο τό σχῆμα τοῦ κόκκου τῆς κόνεως καί τοῦ χώματος φθάνει διά νά περεμβληθεῖ στά ἀρχικά μονοσύλλαβα καί νά δώσει τό κονέω καί τό κονίω.
Πολλά τά παράγωγα καί σύνθετα τῶν ἄνω, ἐνδεικτικῶς:
Διακόνημα = τῶν ὑπηρετῶν ἡ ἐργασία.
Διακόνησις = ἡ ὑπηρεσία, τό ὑπηρετεῖν.
Διακονητέον (ρηματικόν ἐπίθετον) = αὐτό πού πρέπει νά ὑπηρετήσει ὁ διακονητής ἤ ἡ διακονήτρια.
Διακονία = τό ἔργο τοῦ διακόνου.
Ἐπίσης ἡ κονίς, τῆς κονίδος κ.λπ. εἶναι «τὰ ὠὰ τῶν φθειρῶν, ψυλλῶν καὶ κόρεων», διότι ὁμοιάζουν μέ ...(σ)κόνιν.
Ἡ «θάλασσα» ἀπό (σ)κόνιν λέγεται κονίσαλος (κόνις+ἅλς/ἁλός) = νέφος κονιορτοῦ, ἐνῶ κονίστρα = τόπος κεκαλυμμένος μέ κόνιν ὅπου τίς ἀσκεῖται, ἀφοῦ κόνισις = ἄσκησις ἐν τῇ κονίστρᾳ.
διακονικός/ή/όν = ὁ ἐπιτήδειος εἰς ὑπηρεσίαν.
Διακονίομαι = κυλίομαι εἰς τήν σκόνιν καί συνεκδοχικῶς προετοιμάζομαι γιά τόν ἀγῶνα.
Κονία = ἡ κόνις ἡ ἐγειρομένη διά τῶν ποδῶν, ὁ κονιαρτός καί ἄλλα πολλά.
Προσοχή: διάφορη εἶναι ἡ κονή ἤ κόνη = φόνος, ἐκ τοῦ κένω = κτείνω, φονεύω. Καί προσέξτε τώρα πῶς ἀλλοιώνεται ἡ γλῶσσα μέ τήν κατάργησι τῶν τριτοκλίτων. Ἡ κόνις, τῆς κόνεως μέ τήν προσθήκη τοῦ εὐφωνικοῦ σ ἔγινε σκόνις, σκόνεως. Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ σκέτη κόνη, τῆς κόνης (ἀκούγεται «τῆς σκόνης») πού εἶναι ὁ φόνος. Μέ τήν προσθήκη τοῦ σ γίνεται ...σκόνη καί ὅταν λέμε ἡ σκόνη τῆς σκόνης εἶναι σάν νά ὁμιλοῦμε γιά φόνο, ἀφοῦ τό ὀρθόν εἶναι ἡ σκόνις τῆς σκόνεως, τήν σκόνιν κ.λπ. Κάτι τέτοιες παραμορφώσεις στόν λόγο δημιουργοῦν σύγχυσιν στόν ἑλληνικό ἐγκέφαλο καί προκαλοῦν αὐτό πού λέμε γλωσσικό ἐγκεφαλικό. Πολλά τέτοια συμβαίνουν τελευταίως καί νά δοῦμε πόσα θ' ἀντέξει ἀκόμα αὐτός ὁ ἐγκέφαλός μας.
Η κα Αγαθανάση είναι μια -εμφανώς- πολυδιαβασμένη και σοβαρή μελετητήρια της ελληνικής γλώσσας. Η σύνθεση της λέξης «διάκονος» εκ του δια + κονέω = ἐγείρω κόνιν, δεν είναι δικό της εύρημα, αλλά ομολογώ ότι το κείμενό της στάθηκε πολύ ενδιαφέρον. Εντυπωσιάστηκα από την πιθανότητα να έχουμε μια τόσο ιδιαίτερη σύνδεση της διακονίας (υπηρεσίας) με τη (σ)κόνη.
Μετά από λίγο όμως, κάτι άρχισε να μην φαίνεται τόσο πειστικό... Υπηρεσία-τρεχάλα-σκόνη… Είμαι βεβαίως λάτρης της σειράς κινούμενων σχεδίων “Wile E. Coyote and the Road Runner”, όπου ο θρυλικός «μπιπ-μπιπ» προσπερνά αυτοκίνητα, τραίνα, πυραύλους και ό,τι άλλο, ανεβοκατεβαίνοντας βουνά, διασχίζοντας ερήμους και φαράγγια. Όσο και αν προσπαθεί να τον παγιδεύσει το πεινασμένο κογιότ, αυτός του ξεφεύγει, αφήνοντας πίσω του σύννεφο σκόνης.
Αλλά δεν νομίζω να υπάρχει ούτε σήμερα άνθρωπος που να τρέχει τόσο γρήγορα ώστε ν΄ αφήσει πίσω του σκόνη. Ούτε ο Usain Bolt , με τα 9,58 δεύτερα στα 100 μέτρα δεν νομίζω 'ότι μπορεί να το κάνει!
Κατά τα αρχαία χρόνια -τότε που πλάθονταν η λέξη διάκονος- τέτοια απαραίτητη τριβή με το έδαφος και τέτοια ταχύτητα ώστε να σηκώνεται σκόνη μπορεί να έβλεπαν στα άλογα ή στα άρματα (που τα έσερναν άλογα). Όχι όμως και από τους υπηρέτες/δούλους που υποτίθεται ότι «σκοτώνονταν στο τρέξιμο» για να υπηρετήσουν σε χρόνο dt τα κελεύσματα του αφέντη τους. Κάτι δεν ταιριάζει από πλευράς φυσικής εδώ.
Γι’ αυτό άνοιξα το Ετυμολογικό Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, όπου η ετυμολόγηση του διάκονος από το κονέω δεν γίνεται αποδεκτή. Διαβάστε:

Καταλήγω: Δεν υπάρχει πλήρης απόδειξη είτε ετυμολόγησης είτε παρετυμολόγησης μεταξύ διακόνου και κόνεως. Αλλά για λόγους φυσικής και πρακτικής τάξης, εγώ καταλήγω ν’ απορρίψω την ερμηνεία της κας Αγαθανάση.
Δεν χάνει ποτέ κανείς όταν επανεξετάσει τις ιδέες ή τις απόψεις του σε δεύτερο χρόνο, όταν αρχίσει να κονίεται η κόνις του αρχικού ενθουσιασμού…
Σημειώσεις:
[1]: Γνωρίζω ότι υπάρχει ένας διάσημος γυναικολόγος με το ίδιο επίθετο με μένα (Διακομανώλης), ο οποίος είναι Ρόδιος στην καταγωγή αλλά δεν έχει σχέση ούτε με τη Μονόλιθο, ούτε με την οικογένειά μας. Όμως πολλοί γιατροί, ιδίως γυναικολόγοι, φαρμακοποιοί, αλλά και διοικητικοί υπάλληλοι του μαιευτηρίου «Μητέρα» (εκεί γεννήθηκαν οι δύο κόρες μου) με ρωτούσανε αν έχω συγγένεια με τον διάσημο συνονόματο. Δεν όμως…
Ο επίσης διάσημος δημοσιογράφος και αθλητικογράφος Γιάννης Διακογιάννης είχε καταγωγή από την Κάλυμνο.
[2]: Η γιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν το γένος Αναγνωστοπούλου, με την ιστορία του ονόματος και της οικογένειας Αναγνωστόπουλου να έλκει την καταγωγή μάλλον από την Ήπειρο.
[3]: απαντούσαν παλαιότερα, πριν την μετεγκατάσταση του ημίσεως του σημερινού Ελληνισμού στην ευρύτερη Αθήνα.
Ετυμολογία, Λέξεις-Φράσεις, Διάκονος, Αναγνώστης, Ψάλτης, Μπαμπινιώτης Γ.