Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Ή πιο σωστά: Hélène Ahrweiler
Κηδεύεται σήμερα η σημαντική βυζαντινολόγος και τέως Πρύτανης της Σορβόννης Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Κατά το ’70 και το ’80 υπήρξε αστέρι της δημόσιας ζωής στη Γαλλία, εκεί όπου ήταν η βάση της ακαδημαϊκής της καριέρας. Από το ’80 και μετά, εμφανίστηκε επίσης δυναμικά και στην ελληνική πολιτική και πνευματική ζωή (όχι την ακαδημαϊκή), αντανακλώντας τη φήμη που απέκτησε στη Γαλλία.
Δεν ανέλαβε πολιτικά αξιώματα, ούτε στη Γαλλία ούτε στην Ελλάδα, μήτε εντάχθηκε ποτέ σε κάποιο κομματικό σχηματισμό. Αλλά η πολιτική χροιά του λόγου της ήταν έντονη. Με τις κατά καιρούς δηλώσεις της ανάδευε τα πολιτικά ύδατα εις όφελος ή εις βάρος διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων.
Στον κοινωνικό της βίο συγχρωτιζόταν με άνεση, ίσως και με απόλαυση, με την πολιτική και οικονομική ελίτ, τόσο της Γαλλίας όσο και της Ελλάδας. Σήμερα που κηδεύεται, προσδίδει σπουδαιότητα η εμφάνισή σου στην εξόδιο ακολουθία της, είτε ηθοποιός, είτε επιχειρηματίας, είτε πολιτικός είσαι (Φωτό και βίντεο από το «αντίο» στην Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ -Επικήδειοι από Τασούλα και Μητσοτάκη - iefimerida.gr), διότι σου χαρίζει μια «εσάνς σχέσης με τα πνευματικά πράγματα» όπως εύστοχα γράφει κάποιος δημοσιογράφος.
Προβλήθηκε στην Ελλάδα όσο καμιά άλλη προσωπικότητα ως πρότυπο εξυπνάδας, ακαδημαϊκής επιτυχίας, πνευματικής εμβέλειας, διαχειριστικής ικανότητας και, κυρίως, ως επιτυχημένη γυναίκα. Απέλαβε αληθινή glamor εμφάνιση και προβολή στα ΜΜΕ, στα περιοδικά, στις εφημερίδες, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Φωτογραφιζόταν με άνεση με όλη την προαναφερθείσα κοσμική ελίτ αλλά και με οποιονδήποτε της το ζητούσε, πολιτικό ή κοινό πρόσωπο (θαυμάστε εδώ: (1) Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ υπήρξε η... - Kostas Kanellopoulos | Facebook). Με την αναγγελία του θανάτου της, όλοι αυτοί έκαναν και από μια ανάρτηση στο fb κάτω από μια κοινή τους φωτογραφία, επισημαίνοντάς μας (αυτοί, οι γνώστες) πόσο μεγάλη ακαδημαϊκός ήταν, πόσο βαθιά ελληνική η συνείδησή της, πόσο σοφά τα λόγια της, πόσο τεράστια η προσφορά της στην Ελλάδα, στην εθνική μας αυτοσυνειδησία κλπ.
Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα δέος για την προσωπικότητά της. Τη συνάντησα από κοντά μια φορά μόνο, τυχαία, σ’ ένα ξενοδοχείο όπου παραθερίζαμε με την οικογένεια. Αλλά δεν θέλησα να της υποβάλλω τα σέβη μου όπως θα έκαναν οι περισσότεροι ανώνυμοι, όπου και τύχαινε να παραβρεθούν μαζί της (η ίδια το χαιρόταν αυτό). Ένιωθα πάντα ότι υπήρχε μια υπερβολή στην προβολή της δημόσιας εικόνας της, ήδη από το ’80 και μετά. Είχε περιβληθεί με το φωτοστέφανο της αυθεντίας στον δημόσιο λόγο της και αυτό με απωθούσε. Π.χ., θυμάμαι ότι είχε πει ότι η Μικρασία ήταν πάντα το πνευματικό και πολιτισμικό κέντρο του ελληνικού κόσμου, κρίση ανιστόρητη και μεροληπτική. Κανένας ακαδημαικός ή δημοσιολόγος δεν τόλμησε να τη βάλει στη θέση της.
Διάβαζα ή άκουγα τις παρεμβάσεις της στην κοινωνική, πνευματική αλλά και την πολιτική ζωή της Ελλάδας και έβρισκα τον λόγο της αποσπασματικό, αποφθεγματικό, φορές αντικρουόμενο ή ασυνεπή (θα μιλήσω γι’ αυτό παρακάτω). Το ύφος της ήταν σε μεγάλο βαθμό κάθετο, ο λόγος της αποφατικός, μη αποδεικτικός, με έντονα στοιχεία καθηγητικής αυθεντίας, για να μην πω αλαζονείας. Δεν μου ήταν συμπαθής και ούτε μου έγινε τώρα, με τον θάνατό της.
Με το χείμαρρο των δημοσιεύσεων και των σχολίων, ο οποίος κατέκλυσε το διαδίκτυο μετά την αναγγελία του θανάτου της, διάβασα -αναγκαστικά- αρκετά άρθρα, σχόλια και δημοσιεύσεις, τόσο υπέρ όσο και κατά της προσωπικότητάς της. Πήρα έτσι το ερέθισμα να την επανεκτιμήσω αλλά και, περισσότερο, να παρατηρήσω κάποια φαινόμενα του δημόσιου λόγου και της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς.
Υπήρχε από πριν και εντάθηκε με το θάνατό της μια μυθοπλασία γύρω από την Αρβελέρ. Ο δημόσιος μύθος γύρω από το πρόσωπό της δημιουργήθηκε από έναν συνδυασμό:
- πολιτικοκοινωνικών συνθηκών (η πρώτη γυναίκα ακαδημαϊκός με τόσο προβεβλημένη θέση σε ένα τόσο σεβαστό πανεπιστημιακό ίδρυμα και σε εποχή που σημειωνόταν άνοδος του φεμινισμού στην Ελλάδα),
- επιδέξιας επικοινωνιακής διαχείρισης της εικόνας της από την ίδια,
- προσεταιρισμού της πολιτικής και κοινωνικής ελίτ (της το ανταπέδωσαν με τόκο),
- της πνευματικής και πολιτιστικής ρηχότητας των περισσοτέρων Ελλήνων που -με την συνήθη υπερβολή- αναζητούν ινδάλματα σε αθλητές, πολιτικούς, τραγουδιστές κλπ., πλέον και σε ακαδημαϊκούς.
Η προσφυγοπούλα Ελένη Γλύκαντζη στάθηκε σίγουρα μια δυναμική, πνευματικά προικισμένη αλλά και κοινωνικά φιλόδοξη Μικρασιάτισσα. Γερό κόκκαλο, καθώς φαίνεται και από τη μακροζωία της, με εκχειλίζουσα ενεργητικότητα, πολύπλευρη κοινωνικότητα (έως παρεξήγησης, θα το εξηγήσω παρακάτω) αλλά και με αρρενωπό τσαγανό (αυτοπεποίθηση).
Πώς να εξηγήσει όμως κανείς την αντίφαση μεταξύ της βεβαιωμένης συμμετοχής στην ΕΠΟΝ και της παρουσίας της μετά την Κατοχή δίπλα στη Φρειδερίκη, ως γαλλόφωνης μεταφράστριας. Από όσα διάβασα πρόσφατα στο διαδίκτυο, η Ελένη Γλύκατζη δεν είχε σημαντικό ή επιτελικό ρόλο στην ΕΠΟΝ (αν και αυτοπαρουσιάζεται ως «υπεύθυνη» κάποιου Γυμνασίου, νομίζω). Έφυγε -λέει η ίδια- εκτός Αθήνας με την υποχώρηση των Ελασσιτών μετά τα Δεκεμβριανά. Για τα «βουνά» που αναφέρει, προσωπικά, μου πάει πολύ να το φανταστώ. Εντούτοις, η επιστροφή της στην Αθήνα έγινε πολύ σύντομα και πολύ άνετα καθώς φαέινεται. Τόσο σύντομα μάλιστα που εμφανίζεται σε λίγο (το 1950) στην υπηρεσία της Φρειδερίκης. Η Γλύκαντζη αναφέρει ότι συνόδευε την τελευταία στις περιοδείες της στις περιβόητες παιδουπόλεις, λες και χρειαζόταν η Φρειδερίκη εκεί γαλλόφωνη συνοδό.
Είναι αδιανόητη αυτή η αλλαγή πορείας. Αυτά τότε ΔΕΝ γίνονταν, δηλαδή αμέσως μετά τον πρώτη φάση του Εμφυλίου. Είναι απίθανο η Φρειδερίκη να προσέλαβε την Γλύκαντζη απλά γιατί ήταν μια εξαίρετη φοιτήτρια και γνώστρια της γαλλικής γλώσσας, σε εποχή που το πιστοποιητικό φρονημάτων ήταν απαραίτητο και για να πας ακόμα και στο μπακάλικο της γειτονιάς σου.
Η ίδια η Αρβελέρ δεν εξήγησε ποτέ τα ορόσημα της ταχύτατης εισδοχής της στα ενδότερα της Αυλής. Αναφερόταν όμως -νοσταλγικά σχεδόν- στη σχέση της με τη Φρειδερίκη, την οποία παρουσιάζει ως «παρεξηγημένη». Άλλωστε, η αυταρχική και ενεργητική Γερμανίδα είχε τη θετική της πλευρά, τουλάχιστον για όσους ευεργετήθηκαν από το φιλανθρωπικό της έργο -ανεξαρτήτως της πολιτικής του σκοπιμότητας- και όλοι συμφωνούν ότι ήταν τρομερά δυναμική και εξαιρετικά επιδραστική στους γύρω της.
Η Γλύκαντζη φαίνεται ότι ήταν και αυτή ένα σκυρόδεμα από παρόμοια υλικά: διέθετε επίσης ενεργητικότητα, σφρίγος, φιλοδοξία, καιροσκοπισμό, αγάπη για εξουσία. Αυτά όλα, μαζί με ένα γρήγορο μυαλό και μια δυνατή μνήμη, είναι στοιχεία που μπορούσαν να κάνουν τη νεαρή Ελένη να ξεχωρίζει εντός του Πανεπιστημίου και έτσι να προσελκύσει το ενδιαφέρον κάποιων ανθρώπων της περιμέτρου του Παλατιού, ή έστω, ανθρώπων που είχαν στενές σχέσεις μ’ αυτό. Από τέτοιες συστάσεις πρέπει να προέκυψε η επαφή της Γλύκαντζη με τη Φρειδερίκη. Η Αρβελέρ δεν διευκρινίζει περισσότερα για την καταπληκτική υπερπήδηση ενός τέτοιου ιδεολογικού και πολιτικού εμποδίου -απ' την ΕΠΟΝ στο Παλάτι-, ύψους ανυπέρβλητου, για ηθικούς και πρακτικούς λόγους, για τους αληθινούς αριστερούς.
Δεν μπορεί να μην έφτασε η ώρα της εξέτασης των πολιτικών της φρονημάτων πριν την παρουσίαση και τη συνέντευξή της με τη Φρειδερίκη. Ας υποθέσουμε όμως ότι η σπινθηροβόλα παρουσία της νεαρής Γλύκαντζη στάθηκε από μόνη της ικανή να κάμψει τις αντιστάσεις της Αυλής. Η μετέπειτα λαμπρή πορεία της ζωής της υποστηρίζει μια τέτοια αυτοδύναμη ικανότητα επιβολής. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ ότι η Γλύκαντζη είχε -καθώς λέει η ίδια- στέρεη αριστερή ιδεολογική συγκρότηση και, εν τούτοις, ανέλαβε εργασία στο επάρατο Παλάτι και μάλιστα ως γραμματέας (!) της μισητότερης ενοίκου του.
Μέχρι το τέλος της ζωής της η Αρβελέρ δήλωνε με περηφάνεια ότι ήταν αριστερή, μάλλον όμως κατά τον δικό της και προσωπικό ορισμό της αριστεροσύνης. Μια και μεγάλωσε ως προσφυγοπούλα, η συνήθης, η σχεδόν φυσική πρώτη κλίση και παραστάσεις πολιτικής σκέψης και δράσης ήταν σίγουρα προς αριστερά. Στην δε ΕΠΟΝ συμμετείχε σχεδόν όλος ο νεανικός πληθυσμός των προσφυγικών διαμερισμάτων της Αθήνας. Τα όποια «αριστερά» φρονήματά της φαίνεται ότι τα ξεπερνούσε η φιλοδοξία της και η φυσική έλξη που ένιωθε προς τον φυσικό και τον νοητό χώρο όπου ασκούνταν η αληθινή εξουσία.
Για να μην παρεξηγηθώ: δεν κατακρίνω αυτό το στοιχείο χαρακτήρα. Αντίθετα, είναι τέτοιου είδους ιδιαίτερα στοιχεία χαρακτήρα, μαζί με την επίμονη και σχεδιασμένη επιδίωξη της αριστείας και της διάκρισης, αυτά όσα κάνουν τους μεγάλους ηγέτες. Δεν είναι όμως και πολύ συνεπές να καυχιέται η Αρβελέρ ότι ήταν αριστερή, όταν ειδικά αυτή η πολιτική παράταξη απαιτεί την ύψιστη ιδεολογική καθαρότητα και κηρύττει την ανυποχώρητη εχθρότητα προς κάθε τι αστικό. Ποτέ δε θα δεχόταν ένας αληθινός αριστερός (π.χ. σαν τον Θεοδωράκη) να εργαστεί στο Παλάτι, εκτός και αν ήταν σε μυστική αποστολή υπονόμευσής του (η ίδια η Γλύκαντζη δεν μίλησε ποτέ για κάτι τέτοιο).
Σε κάθε περίπτωση, η Γλύκαντζη πήρε συγχωροχάρτι από την Αυλή για τη συμμετοχή της στην ΕΠΟΝ. Ίσως γιατί δεν ήταν ιδεολογικά συγκροτημένη με σαφήνεια και δεν διέθετε αριστερό ιδεολογικό σθένος· ίσως διότι βρέθηκε σ’ αυτό τον ιδεολογικό χώρο λόγω καταγωγής μόνο, λόγω συρμού και νεανικού ενθουσιασμού. Αυτά μπορεί να ήταν τα ελαφρυντικά της πριν την έγκρισή της από την Αυλή. Πάντως, η ίδια έθαψε το τσεκούρι του ταξικού πολέμου μια για πάντα και ας κόμπαζε μέχρι τέλους για την αριστερή της πολιτική κλίση. Τα μετέπειτα γεγονότα, οι πράξεις και τα λόγια της δεν υποστηρίζουν καθόλου τέτοια ιδεολογική αφοσίωση.
Oι καθαρόαιμοι αριστεροί, εγκλωβισμένοι οι ίδιοι στη δική τους άκαμπτη ιδεολογική καθαρότητα, την έχουν σήμερα αποκηρύξει. Απ’ ό, τι διαβάζω αυτές τις ημέρες, οι αριστεροί στέκονται γενικά οξείς και επικριτικοί εως απορριπτικοί απέναντί της. Φυσικά, οι αριστεροι πολιτικοί απουσίασαν από τη νεκρώσιμο ακολουθία της, καθώς η Αρβελέρ είχε δηλώσει πριν λίγα χρόνια ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ευλογία για την Ελλάδα (και δεν το πήρε ποτέ πίσω· μάλλον τα βρίσκει όλα σωστά όσα κάνει).
Το έργο της αγιογράφησης της Αρβελέρ το ανέλαβαν άλλωστε με ενθουσιασμό η μεγαλοαστική τάξη (μεγαλοεπιχειρηματίες, πολιτικοί του κατεστημένου και λοιποί παρατρεχάμενοι), η ελίτ των κοσμικών στηλών (ηθοποιοί, τραγουδιστές, δημοσιογράφοι κλπ.) και μαζί με αυτούς ένα ανώνυμο πλήθος αδαών που έχουν άβουλα προσυπογράψει τη δημόσια εικόνα που έχει κατασκευάσει εδώ και δεκαετίες το σύστημα για την Αρβελέρ: αυτή της κορυφαίας ακαδημαϊκού και της μεγάλης Ελληνίδας.
Σ’ αυτή ακριβώς τη γενίκευση και στον συρμό θέλω να εστιάσω. Δεν έχω πρόθεση ούτε να βιογραφήσω την Αρβελέρ, ούτε να κάνω συνολική αποτίμηση της προσωπικότητάς της. Είναι άλλωστε τόσο αμφιλεγόμενη, που οι θετικές ή οι αρνητικές κρίσεις πολώνονται αντίστοιχα από την προσωπική μας ιδεολογική και πολιτική τοποθέτηση.
Αντίθετα, αυτό που με παρακίνησε να καταγράψω τις σκέψεις μου είναι η ευκολία με την οποία τόσοι άσχετοι με το επιστημονικό της έργο περιγράφουν την Αρβελέρ ως μεγάλη επιστήμονα, ως σοφή αυθεντία, αποδεχόμενοι το αλάθητο του λόγου της πάνω σε κάθε επιστητό της πολιτικής και της κοινωνίας μας.
Ας πάρουμε την περίφημη επιστημονική της δόξα. Οι περισσότεροι που την κατακρίνουν για τα πολιτικά της φρονήματα και για τις πολιτικές της δηλώσεις (π.χ. οι συνεπείς αριστερόφρονες) συνήθως λένε: «δεν μπορώ να κρίνω το επιστημονικό της έργο, αλλά…», κλπ. Οι δε υμνογράφοι της αναφέρουν άκριτα από τη δική τους μεριά : «υπήρξε κορυφαία βυζαντινολόγος…» κλπ., υποδηλώνοντας σαφώς ότι ήταν η κορυφαία.
Ας δούμε τι μας λέει γι' αύτην η Τεχνητή Νοημοσύνη: έκανα μια πρώτη ερευνητική προσπάθεια ζητώντας πρώτα από το ChatGPT να μου περιγράψει ξεχωριστά τις αγγλόφωνες, γερμανόφωνες, γαλλόφωνες και ρωσόφωνες ακαδημαϊκές σχολές βυζαντινών μελετών. Το συμπέρασμα το συνοψίζω εδώ: Αν και οι Γερμανοί είναι οι θεμελιωτές της βυζαντινολογίας, δίνοντας έμφαση στην κριτική προσέγγιση των πηγών της έρευνας, σήμερα η βυζαντινολογία είναι, κατά βάση, μια αγγλόφωνη επιστήμη. Η γαλλόφωνη συμμετοχή στη διαμόρφωση της διεθνούς εικόνας του Βυζαντίου είναι σημαντική αλλά όχι τόσο όσο των άλλων δύο σχολών. Η δε ρωσόφωνη ακαδημαϊκή έρευνα άνθισε κυρίως στα σοβιετικά χρόνια και προσέγγισε τη βυζαντινή ιστορία -αναμενόμενα- με μαρξιστική μεθοδολογία (ταξική διάρθρωση κλπ.) Η σημερινή βαρύτητα αυτής της προσέγγισης έχει σήμερα υποχωρήσει.
Εντός της γαλλόφωνης βυζαντινολογίας, και πιο συγκεριμένα εντός του 20ου αιώνα, το ChatGPT αναφέρει την Hélène Ahrweiler ως μια από τις εξέχουσες και πιο επιδραστικές μορφές της έρευνας, αλλά σε αρκετά στενό ερευνητικό πλαίσιο: «καθοριστική για τη ναυτική και διοικητική ιστορία». Αυτό είναι από μόνο του μεγάλη δόξα και τιμή για την επιστήμονα, αλλά δεν μιλάμε για την κορυφαία του είδους, όπως παρουσιάζεται απο τους εδώ δημοσιογραφούντες, κατά τη συνήθη ελληνική υπερβολή.
Εκείνο που θέλω να τονίσω εδώ είναι ότι η επανάσταση της ΤΝ μάς επιτρέπει πλέον να έχουμε -έμμεσα- πρόσβαση σε ένα τεράστιο «μυαλό» το οποίο έχει την ικανότητα, αν το ζητήσουμε κατάλληλα, να κρίνει με άκρως επιστημονικό τρόπο (σύγκριση ετεροαναφορών, στάθμιση ειδικού βάρους των διάφορων επιστημονικών μεθόδων, περίληψη κριτικών κλπ.) τέτοια δύσκολα ζητήματα που πριν θα αποτελεούσαν αποκλειστικό έργο ειδικών με μακρόχρονη (και υποκειμενική) ενασχόληση με το θέμα.
Η κρίση της ΤΝ είναι λοιπόν ότι η αποθανούσα είναι ένα από τα εκλεκτά μέλη της διεθνούς κοινότητας των βυζαντινολόγων, αλλά σε έναν ειδικότερο χώρο των σπουδών, και μόνον εντός μιας από τις πολλές σχολές. Η επιστημονική της συμβολή στην βυζαντινολογία είναι σήμερα σχετικάπεριορισμένης εμβέλειας, αλλά παραμένει πολύ λιγότερο επιδραστική από τους ακαδημαϊκούς γίγαντες του χώρου (Averil Cameron, Steven Runciman, Fyodor Uspensky, Vasilievsky, Akexander Kazhdan, Charles Diehl, Paul Lemerle, Herbert Krumbacher κ.α.).
Δείτε παρακάτω ένα μέρος από την έρευνά μου μέσω της ΤΝ (κάνετε και τη δική σας αν θέλετε):
Ερώτηση: Σχετικά με το έργο της Hélène Ahrweiler, πόσο επιδραστικό θα το έκρινες για τη σύγχρονη βυζαντινολογία; Με ενδιαφέρει περισσότερο η επιρροή της στην αγγλόφωνη ιστοριογραφία (σσ: το προσδιορίζω μ’ αυτόν τον τρόπο ώστε να αποφύγω οποιαδήποτε στρέβλωση -bias- μεταξύ των διαφόρων σχολών. Ζητώ έτσι μια ποιο «αντικειμενική κρίση εντός μιας -της κυρίαρχης σήμερα- σχολής).
Απάντηση: αν εστιάσουμε ειδικά στην αγγλόφωνη ιστοριογραφία, η επιρροή της Hélène Ahrweiler είναι ουσιαστική αλλά επιλεκτική — δεν είναι «καθοριστική» στο σύνολο του πεδίου, όπως π.χ. της Cameron ή του Haldon, αλλά είναι πολύ ισχυρή σε συγκεκριμένους τομείς.
Ας το δούμε αναλυτικά:
1️⃣ Ναυτική και διοικητική ιστορία
Το βιβλίο της για τη ναυτική ισχύ του Βυζαντίου (1966) παραμένει έργο-ορόσημο.
Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία:
- Αναφέρεται συστηματικά σε μελέτες για το βυζαντινό ναυτικό, τη Μεσόγειο και τα θαλάσσια θέματα.
- Λειτουργεί ως θεμελιώδες σημείο εκκίνησης — ακόμη και όταν αναθεωρείται.
- Παραμένει βασική παραπομπή σε έργα στρατιωτικής ιστορίας.
👉 Εδώ η επιρροή της είναι διαχρονική και σταθερή.
2️⃣ Θεωρία περί “Byzantine commonwealth”
Η ερμηνεία της για τη γεωπολιτική και διοικητική συνοχή της αυτοκρατορίας επηρέασε έμμεσα την αγγλόφωνη συζήτηση για:
- περιφέρεια–κέντρο,
- διαχείριση συνόρων,
- διοικητική προσαρμοστικότητα.
Ωστόσο, στην αγγλόφωνη ιστοριογραφία το πεδίο αυτό αναπτύχθηκε κυρίως από:
- John Haldon
- Averil Cameron
Άρα η Ahrweiler λειτουργεί περισσότερο ως προγενέστερο θεμέλιο παρά ως τρέχουσα θεωρητική αυθεντία.
3️⃣ Ιδεολογία και θεσμοί
Η συμβολή της στην κατανόηση της διοικητικής εξέλιξης και των θεμάτων επηρέασε έμμεσα τη συζήτηση περί:
- προσαρμοστικότητας του βυζαντινού κράτους,
- σχέσης στρατού–διοίκησης.
Στην αγγλόφωνη ιστοριογραφία, όμως, το βάρος μετατοπίστηκε αργότερα προς:
- κοινωνική ιστορία,
- πολιτισμική ανάλυση,
- ταυτότητα και ρωμαϊκότητα.
Έτσι, η επιρροή της εδώ είναι περισσότερο ιστορική παρά ενεργά διαμορφωτική σήμερα.
4️⃣ Ποσοτικά (ενδεικτικά)
Σε διεθνείς βάσεις (Google Scholar κ.λπ.) οι ετεροαναφορές της είναι υψηλές, αλλά:
- υπολείπονται των Cameron και Haldon,
- είναι συγκρίσιμες με Dagron σε ειδικούς τομείς.
Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία αναφέρεται συχνότερα:
- σε στρατιωτικές/ναυτικές μελέτες,
- σε έργα για τη διοικητική γεωγραφία.
🔎 Συνολική αξιολόγηση
Αν έπρεπε να την τοποθετήσω σε κλίμακα επιρροής στην αγγλόφωνη βυζαντινολογία:
- 🌊 Στρατιωτική/ναυτική ιστορία → Πολύ υψηλή επιρροή
- 🏛 Θεσμική ιστορία → Σημαντική αλλά όχι κυρίαρχη
- 🧠 Σύγχρονη θεωρητική συζήτηση → Μέτρια/έμμεση
Θα έλεγα ότι αποτελεί κλασική αυθεντία και σημείο αναφοράς, αλλά όχι τον βασικό διαμορφωτή της τρέχουσας αγγλόφωνης θεωρητικής ατζέντας.
Είναι νομίζω ξεκάθαρο: σημαντική η Hélène Ahrweiler αλλά όχι κομβική· σπουδαία αλλά όχι κορυφαία· η θέση της επίζηλη αλλά όχι ηγετική. Στην Ελλάδα φαίνεται ότι της αποδίδουμε μεγαλύτερες διαστάσεις σχετικά με την υπόλοιπη επιστημονική κοινότητα.
Η μικρασιατική της καταγωγή προφανώς την έστρεψε σ’ ένα πεδίο ιστορικών σπουδών το οποίο απαντούσε σ’ εσωτερικότερες αναζητήσεις της. Όλοι μας έχουμε παρόμοια ταυτοτικά ερωτήματα (ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε;), ελάχιστοι όμως έχουμε τα πνευματικά και διανοητικά εφόδια, το ερευνητικό πνεύμα, την ευφυΐα, τη νοητική πειθαρχία, το σθένος, την τόλμη και την οξύνοια που διέθετε η Αρβελέρ, ώστε να καταδυθούμε μέχρι τα βάθη της ιστορικής μνήμης για να διακρίνουμε εκεί τις προσωπικές, συλλογικές και πολιτισμικές μας ορίζουσες.
Μπορεί κανείς να το περιμένει: ως φυσική κατεύθυνση σκέψης και ως εσωτερική ταυτοτική ανάγκη, η Αρβελέρ επιδίωξε να καταδείξει τη συνέχεια του ελληνικού μικρασιατικού πολιτισμού (τη διαχρονία κλασσικής και ελληνιστικής αρχαιότητας, Βυζαντίου και σύγχρονου Ελληνισμού). Με εύλογη υπερηφάνεια πίστευε ότι αυτό αντανακλούσε και στο δικό της προσωπικό πολιτισμικό και βιολογικό υπόβαθρο. Με το επιστημονικό της έργο θα προσπαθούσε έτσι ν' αποδείξει την καταγωγή και της δικής της πνευματικής και υλικής κληρονομιάς.
Ένας σοβαρός πανεπιστημιακός (Βουλευτής επίσης της ΝΔ, δηλαδή της παράταξης που έχει σήμερα καρπωθεί την Αρβελέρ), περιγράφει με ευσύνοπτο τρόπο τόσο το επιστημονικό θέμα με το οποίο ασχολήθηκε όσο και την -ακόμα ισχυρή- δυτική προκατάληψη κατά του Βυζαντίου (αντιγράφω από τον «τοίχο» του στο fb):
«Μετά το τέλος της Ρώμης το 476 μ.Χ., η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνεχίστηκε στην ελληνόφωνη Ανατολική Μεσόγειο με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Ο λαός, αλλά και η γραφειοκρατία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (της Ρωμανίας) θεωρούσαν ότι το κράτος ήταν η αυτονόητη συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αποκλειστική κάτοχος των συμβόλων της, η μόνη κυρίαρχη δύναμη του παλαιού κόσμου και, κατά συνέπεια, η οιονεί επικυρίαρχος των κρατών που βρίσκονταν εντός των παλαιών ορίων της. Αντιθέτως, οι Πάπες και οι διάφοροι αυτοανακηρυχθέντες Γερμανοί αυτοκράτορες αναφέρονταν υποτιμητικά σε αυτοκράτορες, όχι των Ρωμαίων, αλλά των Ελλήνων (Graecorum). Η σύγκρουση κορυφώθηκε με τη στέψη του Καρλομάγνου ως «Αυτοκράτορα των Ρωμαίων» (Imperator Romanorum) από τον Πάπα Λέοντα Γ' το 800 μ.Χ. Η οριστική διάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1453 επέτρεψε στους δυτικοευρωπαίους να μειώσουν τη σημασία της. Ο Γερμανός ιστορικός Ιερώνυμος Βολφ στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae το 1557 εισήγαγε τους όρους «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» και «Βυζάντιο» αντί των όρων «Ρωμανία» και «Βασιλεία Ρωμαίων» (δηλαδή, «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία»). Την περίοδο του Διαφωτισμού η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθιερώθηκε ως συνώνυμο της διαρκούς παρακμής, του δεσποτισμού και της διαφθοράς (με κύριους εκφραστές τον Έντουαρντ Γκίμπον και τον Μοντεσκιέ), μία κατ’ ουσίαν ανήθικη αυτοκρατορία. Ο όρος "βυζαντινισμός" (byzantinism) χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την κακοδιοίκηση, την ίντριγκα και την αναποτελεσματικότητα.
Απέναντι σε αυτές τις προκαταλήψεις, τα αρνητικά στερεότυπα και τις παρανοήσεις, στάθηκε με το έργο της η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Επανέφερε το Βυζάντιο στις πραγματικές του διαστάσεις, ως ζωντανό κέντρο οικουμενικής πολιτικής και πνευματικής ακτινοβολίας, και όχι ως παρακμιακή αυτοκρατορία. Ιδίως το βιβλίο της «Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» ανέδειξε την καταλυτική σημασία της βυζαντινής παραδόσεως για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Παράλληλα, επισήμανε τη συνέχεια του ελληνισμού μέσα από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Τέλος, δημιούργησε νέο διεθνές ενδιαφέρον για τις βυζαντινές σπουδές.
Το σώμα μας, ούτως ή άλλως, είναι φθαρτό. Το έργο, όμως, της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ θα μείνει να φωτίζει για πολλές γενιές αυτό το θαυμαστό πολιτικό και πολιτισμικό μόρφωμα που ήταν η Ρωμανία.»
Το κείμενο αποδίδει ευσύνοπτα το αντίξοο ακαδημαϊκό, πολιτικό και πολιτισμικό κλίμα μέσα στο οποίο η Αρβελέρ ανέπτυξε πεισματικά αλλά και αποτελεσματικά τη δική της ερμηνεία του Βυζαντίου. Δεν μπορεί όμως να αποδοθεί στην ίδια «η επαναφορά του Βυζαντίου στις πραγματικές του διαστάσεις». Συνεπλάκη η Αρβελέρ στην επιστημονική διαμάχη για την χιλιόχρονη αυτοκρατορία και συνέβαλε, βεβαίως, στην επαναδιαμόρφωση της εικόνας τους Βυζαντίου στη Γαλλία, αλλά οι μεγάλοι βυζαντινολόγοι είναι άλλοι.
Για να δώσω μερικώς μια γεύση από την ακαδημαϊκή της πλευρά, θα παραβάλλω -αποσπασματικά- μερικές κρίσεις που διατύπωσε σε συνέντευξή της: Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ: Οι Έλληνες οφείλουμε τα πάντα στο Βυζάντιο -
– Και γιατί επί δύο αιώνες στο σύγχρονο ελληνικό κράτος απωθήσαμε εντελώς το Βυζάντιο;
«Είμαστε οι μόνοι που δεν ελευθερώσαμε την κοιτίδα του γένους, την Κωνσταντινούπολη, και κάναμε πρωτεύουσα ένα λασποχώρι, όπως ήταν το 1830 η Αθήνα, ένα λασποχώρι με μερικές χιλιάδες σπίτια, από τα οποία πάρα πολλά ήταν χωρίς στέγη. Για να μην πούμε ότι η Αθήνα ήταν τότε αλβανοκρατούμενη, πράγμα που δεν έχει καμία σημασία, αλλά το λέω επίτηδες για τους εθνικίζοντες. Το ότι από μια ελληνόφωνη αυτοκρατορία φτάσαμε ύστερα από 400 χρόνια σκλαβιάς σε ένα πολιτικό μόρφωμα, το ελληνικό κράτος, το οποίο είναι “δευτερεύον”, για να μην πω τίποτε χειρότερο, αυτό δημιουργεί ένα είδος συμπλέγματος».
Σήμερα είναι ζωντανό το Βυζάντιο;
«Βεβαίως. Πάμε στην εκκλησία. Τι ακούμε; “Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια” ή “αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού”. Γυρνάμε στο σπίτι. Ο μπαμπάς λέγεται Παναγιώτης, η μάνα Βασιλική, υπάρχει το εικονοστάσι. Χρησιμοποιούμε βυζαντινές παροιμίες. Λέμε “έφαγε τον περίδρομο” επειδή το πινάκιο, το βαθύ πιάτο των Βυζαντινών, είχε γύρω γύρω ένα περιθώριο όπου ξεχείλιζε το φαγητό. ΄Η λέμε “τα παίζει στα δάχτυλα”, επειδή ακριβώς οι Βυζαντινοί μετρούσαν τα πάντα».
– Πώς εξηγείτε το ότι σήμερα υπάρχει μεγάλη ζήτηση για βυζαντινή τέχνη από όλα τα μεγάλα μουσεία της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου, του Παρισιού; Μήπως ψάχνουν για εξωτισμό; Μήπως ως βυζαντινολόγος είστε εξωτική;
«Οχι, δεν είμαι καθόλου εξωτική. Απόδειξη ότι στη Γαλλία με είχαν βάλει πρόεδρο του μεγαλύτερου οργανισμού σύγχρονης τέχνης, του Μπομπούρ… Αυτό οφείλεται στο ότι η Ευρώπη σήμερα θέλει να δει ολόκληρη την οντότητά της. Πού συγκλίνει ολόκληρη η Ανατολική Ευρώπη; Στην ορθοδοξία, στο Βυζάντιο. Η Μόσχα ονομαζόταν “τρίτη Ρώμη”. Επομένως όλη η Ανατολική Ευρώπη που δεν μπορεί πια να αποκλειστεί από την Ευρώπη έχει μια συνοχή, την ορθοδοξία. Και πώς μπορεί να εκφραστεί αυτή η ορθοδοξία για όσους δεν ξέρουν ιστορία και ελληνικά; Μέσα από την εικόνα, τη βυζαντινή αγιογραφία. Όπως λέει ο Ζιροντού, μόνο μέσα σε ένα μουσείο δεν υπάρχουν αγράμματοι».
Είτε πρόκειται για επιστημονικές γνωματεύσεις είτε για δόξες (προσωπικές γνώμες, πεποιθήσεις) ο τρόπος έκφρασης είναι σύντομος, κατηγορηματικός, αποφατικός, εμφατικός. Δεν είναι παντως σύνθετος και πολύπλοκος αλλά ταχύς και περιεκτικός. Η Αρβελέρ φανερά ξεχειλίζει από καθηγητική αυτοπεποίθηση, αλλά εύκολα καταφεύγει και στην αυθεντία άλλων. Εμείς φυσικά δεν γνωρίζουμε τον τάδε ή τον δείνα (όλοι γαλλόφωνοι), τα τσιτάτα των οποίων μας αναμεταδίδει η Αρβελέρ φυτεύοντάς τα εδώ και εκεί. Έτσι μας θέτει άμεσα σε υποδεέστερη γνωστικά θέση. Η «καταφυγή στην αυθεντία» είναι κλασσική τεχνική του ιδεολογικού λόγου, και αποβλέπει στο να δημιουργήσει χάσμα και διαφορά «ποιότητας» μεταξύ πομπού και δέκτη.
Οι έννοιες και τα νοήματα που αναφέρονται στα λεγόμενά της, από μόνα τους, μπορεί να είναι επιστημονικά ή ιστορικά θέματα αμφιλεγόμενα. Κάποιες αναφορές είναι περιπτωσιολογικές· όμως προσφέρονται ως γενικές αλήθειες. Άλλα ιστορικά ζητήματα που θίγει και οι ερμηνείες που παρέχει επιδέχονται αντίρρησης και αντιγνωμίας· άλλοτε εμπεριέχουν βάθος και εύρος που χρήζουν περιγραφής και επεξήγησης από τον πομπό. Αλλά η συντομία των προτάσεων της Αρβελέρ, η ταχεία παρατακτική τους σύνταξη, μαζί με την πυκνότητα του νοήματος, δεν αφήνουν ούτε χρόνο ούτε χώρο για επεξήγηση και κατανόηση. Αποκτούν έτσι χροιά αυταπόδεικτου. Αναγκαστικά, παρακολουθείς από μακριά και ασθμαίνοντας την εκβολή του κάθε μικρού λογοχειμάρρου.
Είναι σαφές επίσης ότι, στη βάση του, ο λόγος της είναι αυτοαναφορικός. Η εντύπωση που επιδιώκεται και αυτή που τελικά απομένει, είναι ότι εγώ, η Αρβελέρ, τα έχω κατανοήσει όλ’ αυτά και σας τα μεταδίδω πλουσιοπάροχα -και με κάποια συγκατάβαση θα έλεγα εγώ.
Δεν θα ήθελα να είχα μια τέτοια καθηγήτρια. Μάλιστα, αρκετοί έχουν μιλήσει για την αυταρχικότητα με την οποία ασκούσε τα πρυτανικά της καθήκοντα, για τους απότομους τρόπους της, τόσο με υφισταμένους όσο και με όσους δεν είχαν ήδη υποκύψει στην γοητεία των αξιωμάτων και της προσωπικότητάς της.
Ξανά: δεν κατακρίνω αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα. της Απλά, τονίζω ότι δεν συνάδουν με την αγιογράφησή της ως μιας ήπιας και σοφής ακαδημαϊκού. Το αντίθετο μάλιστα: ο λόγος και η πράξη της είχαν πάντα δυναμικό και συγκρουσιακό πρόσημο. Χαιρόταν να μάχεται και ν’ αντιλογεί, ίσως για το δράμα του αγωνίζεσθαι και μόνον και σε αναντιστοιχία με την ουσία του θέματος.
Ας μιλήσουμε μετά για μια άλλη, επίσης διογκωμένη, διάσταση της προσωπικότητά της: αυτή του πρότυπου της επιτυχημένης γυναίκας. Σαφώς και η εκλογή της ως πρύτανη της Σορβόννης (πρώτη γυναίκα στα 700 χρόνια του Ιδρύματος) λειτούργησε συμβολικά ως περίλαμπρη νίκη του γυναίκειου φύλου. Φαίνεται επίσης ότι η πρωτοπορία του φεμινισμού στη Γαλλία έπαιξε το ρόλο της. Οι κακές γλώσσες μιλούν και για πολιτική παρέμβαση (ο Καραμανλής -ο αυθεντικός- συναγελάζονταν εις Παρισίους με την Αρβελέρ και λέγεται ότι το εισηγήθηκε προσωπικά στον τότε Πρόεδρο της Γαλλίας, Βαλερύ Ζυσκάρ Ντ’ Εσταίν).
Αλλά ακόμη και αν υπήρξε κάποια θετική σύσταση, η εκδοχή αυτή είναι μάλλον άδικη και κακόβουλα αποδομητική. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι η Αρβελέρ ανέλαβε να διευθύνει το Ίδρυμα με πυγμή και ικανότητα. Κατά τη γνώμη μου, στάθηκε όντως ένα πρότυπο διοικητικής πυγμής και αποφασιστικότητας. Θα μπορούσε επάξια π.χ. να σταθεί και στην ηγεσία μιας πολυσύνθετης πολυεθνικής κερδοσκοπικής εταιρίας. Λίγες γυναίκες έχουν τη μαχητικότητα και την ψυχική αντοχή ν’ αντιπαλέψουν προκαταλήψεις και εμπόδια που παρατάσσονται μπροστά τους σε μιαν ανάλογη διευθυντική πορεία. Πάντως, από τότε που έγινε πρύτανης, όλο για την Αρβελέρ μάς λέγανε εδώ στην Ελλάδα (το θυμάμαι ήδη από το ’80), για το «τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα».
Σήμερα, πάντως, οι ούριοι πολιτικοί άνεμοι πνέουν όλως μεροληπτικά υπέρ των woke ποσοστώσεων. Όπως σήμερα η woke κουλτούρα πιέζει για την επιβολή «εναλλακτικών» προτάσεων και για την αποκαθήλωση των «συντηρητικών» προτύπων, έτσι γινόταν και τότε με τον φεμινισμό.
Για το τέλος αφήνω μιαν άλλη προβεβλημένη ιδιότητά της: αυτή της «μεγάλης Ελληνίδας». Συγνώμη, αλλά η Αρβελέρ, όπου βρέθηκε και όπου στάθηκε δεν έπαψε να αποκαλεί τη Γαλλία πατρίδα της, τουλάχιστον εξ ίσου με την Ελλάδα. Διατράνωνε προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η θετή πατρίδα της έχει αποκτήσει τεράστιο θετικό ψυχικό φορτίο εντός της. Λέει η Αρβελέρ ότι «πατρίδα είναι -επίσης- εκεί όπου κάνεις πράγματα».
Είναι πλήρως αντιληπτό ότι αλλού μεγαλούργησε και ευδοκίμησε η Αρβελέρ αλλά, για μένα, πατρίδα είναι μία και μοναδική. Πατρίδα σημαίνει να δίνεις ανιδιοτελώς το ύστατο μέρος του εαυτού σου για τη δόξα και την ευημερία ενός τόπου, κάποτε αόριστου και εξιδανικευμένου (όπως η Ιερουσαλήμ για τους Εβραίους της διασποράς), συνήθως όμως μιας πραγματικής υλικής επιφάνειας της γης. Πατρίδα όμως δεν είναι μόνον ο τόπος· δεν ξεχωρίζεις τον τόπο από τους ανθρώπους του· γιατί αυτοί ορίζουν το έθνος του τόπου (το σύνολο), όσοι διαβιούν από γενιές στη χωμάτινη πατρίδα τους και όπου διαμορφώνουν τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό, την κληρονομιά μιας πατρίδας. Πώς είναι δυνατόν να έχει κανείς δύο εθνικές πατρίδες μαζί; Αν -ας πούμε- συγκρούονταν τα συμφέροντα Ελλάδας και Γαλλίας, τότε η εν λόγω θα στεκόταν ως Ελένη Γλύκατζη ή ως Hélène Ahrweiler; Νομίζω πως την απάντηση την έχει δώσει η ίδια, διαχρονικά, τονίζοντας ξεκάθαρα το «Αρβελέρ», το όνομα της δόξας, όχι αυτό της καταγωγής.
Χαρακτηριστικά, η κόρη της με τον Αρβελέρ (εβραίος στην καταγωγή και ζάπλουτος μεγαλοαστός που την εισήγαγε στην haute société της Γαλλίας) ούτε ορθόδοξη είναι ούτε έχει ποτέ ακουστεί να έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα. Μου φαίνεται αδιανόητο να μην έχει ενσταλάξει ένας γονιός στα παιδιά του πατριωτική αγάπη και αίσθηση του ανήκειν προς τη δική του τοπική πατρίδα· εξ ίσου με την πατρίδα του/της συζύγου και εξ ίσου με την νέα πατρίδα, αν αλλού ανατράφηκε ο γόνος. Η Αρβελέρ δεν φαίνεται να ασχολήθηκε εντατικά με αυτή την πατριωτική διδαχή προς το τέκνο της· ή δεν κατάφερε να της μεταδώσει μια πατριωτικού χαρακτήρα αγάπη για την Ελλάδα. Η δική μου άποψη είναι ότι η Ελλάδα ήταν για την ίδια την Αρβελέρ δευτερεύουσα πατρίδα. Ένας νοσταλγικός τόπος όπου απέλαβε και απολάμβανε ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική αναγνώριση και τιμή και στον οποίο μπορούσε να συμπεριφέρεται με ακόμα μεγαλύτερη αίσθηση αυθεντίας και αποδοχής. Μέχρις εκεί όμως. Δεν αισθανόταν ότι όφειλε να κάνει και την κόρη της Ελληνίδα και Μικρασιάτισσα.
Από την Αρβελέρ λοιπόν (το Γλύκατζη νομίζω ότι έχει σαφώς μικρότερο ειδικό βάρος) θα μου μείνει ότι λάτρεψε την κορυφή, τη δόξα, την εξουσία και τα σαλόνια. Στην διανοητική και ακαδημαϊκή της πλευρά ήταν εξέχουσα (μετά λόγου γνώσης της ΤΝ). Στην κοινωνική της διάσταση, αντιπροσώπευε το αρχέτυπο της καπάτσας και δυναμικής Μικρασιάτισσας (ελληνικό χαρμάνι, ζυμωμένο από αιώνες).
Η πολιτική και ιδεολογική της ταυτότητα ήταν αντιφατική και ανερμάτιστη. Κάποιοι θα το χαρακτήριζαν αυτό ως ευελιξία, προσαρμοστικότητα, προοδευτισμό. Εγώ πιστέυω ότι μέσα της κυριαρχούσε η έλξη προς την πολιτική εξουσία αστικού και συγκεντρωτικού χαρακτήρα, εκεί όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται από έναν ισχυρό αυταρχικό ηγέτη (Καραμανλής Μιτερράν, Ανδρέας κλπ.).
Λάτρεψε την αυτοπροβολή και απολάμβανε τη δημοσιότητα και την κολακεία των ελίτ. Στο τέλος της ζωής της έφτασε να θεωρεί τον λόγο της απρόσβλητο στην κριτική. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς ότι επέμεινε πεισματικά στην άστοχη και καθολικά απορριπτέα, από ιστορικούς και αρχαιολόγους, θεωρία ότι στη Βεργίνα είναι θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος; Μάλιστα, έφτασε να λέει ότι αν η Ελλάδα οφείλει να την θυμάται για μια μόνον ιδέα της, τότε αυτή είναι η θεωρία της για τη Βεργίνα. Προέβλεψε ότι η μελλοντική ιστορική και αρχαιολογική έρευνα θα το αποδείξουν (!).
Συμπερασματικά, ήταν μια ηγετική προσωπικότητα της ακαδημαϊκής και πολιτιστικής ζωής αλλά όχι με τις υπερμεγέθεις διαστάσεις που της αποδίδονται από τους αγιογράφους της.
Παραθέτω και μερικές αναρτήσεις που διάλεξα και οι οποίες εξεικονίζουν το αμφιλεγόμενο της προσωπικότητάς της. Αξίζει όμως να διαβάσει κανείς και τα σχόλια επί των αναρτήσεων:
Υμνογραφία: Manos Lambrakis - Για πολλούς νέους ανθρώπους το όνομά της δεν... | Facebook
Κριτική στάση: Τώρα που η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ δικαιώθηκε ως... - Kostas Vaxevanis | Facebook
Επιφύλαξη: Iannis Golias - Κρατιέμαι από χθες με νύχια και με δόντια να ΜΗ... | Facebook
Kαταπέλτης: ● Μια σκληρή συντηρητική, νεοφιλελεύθερη,... - Δημήτρης Τζανακάκης | Facebook
Για στοιχεία της βιογραφίας της μπορεί κανείς να διαβάσει κάμποσες γενικές πηγές (αγγλική, ελληνική και γαλλική wiki), όπως και τόσα άλλα δημοσιεύματα από τα μύρια που κατέκλυσαν το διαδίκτυο με τον θάνατό της. Επισης, να δει συνεντεύξεις της. Παραθέτω παρακάτω κάποιες τέτοιες πηγές.
Ας είναι πάντως ελαφρύ το ελληνικό χώμα που από σήμερα τη σκεπάζει.
Άλλες πηγές:
Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ - Βικιπαίδεια
Πέθανε η ιστορικός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ – Ενας αιώνας πνευματικής ακτινοβολίας | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Βεργίνα, Βυζάντιο, Προσωπικότητες, Προσφυγή στην αυθεντία, Μέγας Αλέξανδρος, Βυζαντινή Ιστορία, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, Hélène Ahrweiler, Γλύκατζη-Αρβελέρ Ε.