Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Θεόφιλος Κεφαλάς (Χατζημιχαήλ): καταφρονεμένος στη ζωή, δοξασμένος μετά θάνατον

Σ' αυτή την αναδημοσίευση από το βιβλίο μου "Τα επιτεύγματα της ελευθερίας" (σελ. 102) για τον Θεόφιλο Χ'Μιχαήλ, μπόρεσα να παραθέσω και αρκετές από τις ζωγραφικές του δημιουργίες, έτσι ώστε ο αναγνώστης να έχει άμεση αντίληψη για το τι περιγράφει το κείμενο σχετικά με τη ζωή και την τέχνη του Θεόφιλου.

Η περιγραφή της εισαγωγικής εικόνας που διάλεξα, για τη φραστική έκφραση και την ορθογραφία, για το ύφος και το περιεχόμενο του λόγου, είναι χαρακτηριστική για το ψυχικό υπόβαθρο και για τις πνευματικές αναζητήσεις του Θεόφιλου. Γράφει: 

"Την σημαίαν των οργιωδών Εκείνων συμποσίων Είχε υψώσει πρώτη η Αυτοκρατώρεισα Ευδοξία του Βυζαντίου το γέννημα των φράγκων των φιληδόνων, το οποίον  οι συμφερολογικοί υπολογισμοί του πανυσχύρου Πρωθυπουργού Ευτροπίου ανεβίβασαν εις τον λαμπρότερον της οικουμένης θρόνον"

Είναι φανερό ότι έχουμε έναν συνθετότατο και υποκειμενικότατο εσωτερικό κόσμο. Η κοσμοθεώρηση του Θεόφιλου, μορφωτικά και πνευματικά, διαμορφώνεται αυτοσχεδιαστικά, χωρίς το έξωθεν εφόδιο της δομημένης κλιμακούμενης εγκύκλιας και της ανώτερης παιδείας, που δυστυχώς του την αρνήθηκαν η ταπεινή καταγωγή, η σωματική ιδιαιτερότητα και ο εκφραστικός ιδιωματισμός του.

Ο άνθρωπος αυτός φλέγεται από επιθυμία να εισέλθει στον υψηλόφρωνα κόσμο της Ιστορίας, της Τέχνης, της Φιλοσοφίας. Προσπαθεί να το πετύχει συλλέγοντας από το περιβάλλον ό,τι βρίσκεται εύκαιρο και προσιτό. Προσαρμόζει και συναρμολογεί ιδιοχείρως τα ετερόκλητα υλικά: αφηγήσεις ιστορικών γεγονότων, λαϊκές παραδόσεις, σκόρπια βιβλία, εφημερίδες, ακούσματα από γραμματιζούμενους γύρω του.

Πώς να ερμηνεύσει κανείς αυτή την υπέροχη ζωγραφιά, με θέμα ένα υπο-επεισόδιο της μακράς ιστορίας της βυζαντινής αυτοκρατορικής αυλής; Με όλη την σοβαρή βάση της εγκύκλιας παιδείας μου και παρά τις κατοπινές μου αναζητήσεις πάνω στην ιστορία του Βυζαντίου, προσωπικά δεν γνώριζα για την φαύλη και έκλυτη ζωή της "Αυτοκρατώρεισας" Ευδοξίας, κόρης Φράγκου αξιωματούχου του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, συζύγου του Αρκάδιου και μητέρας του Θεοδόσιου Β΄ (Πηγή 1). Διαβάζοντας όμως για την αντιπαράθεσή της με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ενός από τους Τρεις Ιεράρχες, ο οποίος την αποκαλούσε Ιεζάβελ και Ηρωδιάδα, υποψιάζομαι ότι ο Θεόφιλος έμαθε γι' αυτή μέσα από εκκλησιαστικές παραδόσεις, από εκκλησιαστικά κείμενα ή από αφηγήσεις ιερωμένων. 

Με το ακαλλιέργητο μα γόνιμό του πνεύμα ο Θεόφιλος φτιάχνει τις δικές του νοητικές συνθέσεις για τον κόσμο της ιστορίας και του πνεύματος. Μπορεί να παρουσιάζουν εμφανή έλλειψη παιδείας (ευρεία βάση δεδομένων, δομημένη ανάπτυξη σκέψης, λεπτότητα και αρτιότητα λόγου), καταφέρνει, εντούτοις, να εκπλήσσει με την ευθύτητα και την οικονομία με την οποία συνθέτει όσο και με την αυτοπεποίθηση με την οποία αποφαίνεται το συμπέρασμα: είναι οι ανήθικοι Φράγκοι, ως συλλογικός προσδιορισμός της Δύσης, με τη φιληδονία, τον εγωισμό και την αρπακτικότητά τους, αυτοί που μολύνουν την αγνότητα "του λαμπροτέρου της οικουμένης θρόνου", επίγειου και ουράνιου, που ανήκει στο Βυζάντιο και στην Ορθοδοξία αντίστοιχα.

Ίδια αυτοσχεδιαστική, απαίδευτη, ευαίσθητη και υψηλόφρων είναι και η ζωγραφική του Θεόφιλου.

 

 


Β.3.2. ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ, πραγματικό όνομα Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας (Βαριά Λέσβου 1870 - Βαριά Λέσβου 1934)

Ο θεωρούμενος σήμερα σημαντικότερος λαϊκός ζωγράφος γεννήθηκε σε ένα χωριό της τουρκοκρατούμενης ακόμη Λέσβου, σημαδεμένος να ζήσει μια ζωή περιπετειώδη και μοναχική, ταπεινή και καταφρονημένη, σαν αντιήρωας σε μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι.

Ήταν το μεγαλύτερο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του Γαβριήλ ήταν τσαγκάρης, ενώ η μάνα του ήταν κόρη αγιογράφου [1]. Φαίνεται ότι από τον παππού του κληρονόμησε το καλλιτεχνικό τάλαντο και από αυτόν απέκτησε τις βασικές γνώσεις ζωγραφικής. Οι παιδικές αρρώστιες όμως τον άφησαν καχεκτικό και οι συνομήλικοί του τον κορόιδευαν για «αχμάκη», δηλαδή χαζό.

Ήταν επίσης τραυλός και –ακόμα χειρότερα– αριστερόχειρας! Αυτή την κατά κυριολεξία αδεξιότητα προσπάθησαν να τη «θεραπεύσουν» με την καταπίεση και με τη βία, τόσο η οικογένειά του όσο και το σχολείο (ο δάσκαλος τού έδενε το αριστερό χέρι, ώστε να μάθει να εργάζεται με το δεξί). Λόγω του καταναγκασμού και της καχεξίας, ο νεαρός Θεόφιλος έγινε ένας κλειστός και απροσάρμοστος αλαφροΐσκιωτος. Η ζωγραφική έγινε το καταφύγιο και η διέξοδός του. Από τα πρώτα του σχέδια φάνηκε ότι μπορούσε να αποδίδει με ρεαλισμό το πρωτότυπο. Αλλά το επάγγελμα του ζωγράφου δεν σήμαινε τίποτε σοβαρό στο χωριό, το αντίθετο μάλιστα.

Αποφάσισε έτσι να δραπετεύσει από τη γενική περιφρόνηση και πριν τα 18 του χρόνια βρέθηκε απέναντι στη Σμύρνη, η οποία αναδυόταν ως μια εμπορική μεγαλούπολη στο κέντρο του αιγιακού και του μικρασιάτικου Ελληνισμού [2]. Ο Θεόφιλος γυρόφερνε έξω από το Ελληνικό Προξενείο και –καθώς έλεγε– έγινε καβάσης, δηλαδή θυροφύλακας του Προξενείου. Είναι όμως σχεδόν σίγουρο ότι έπλασε ο ίδιος αυτή την ιστορία.

Υπήρχαν δύο κόσμοι για τον Θεόφιλο: αυτός της ατομικής του μειονεξίας και ο άλλος του ηρωισμού της ελληνικής φυλής. Οι αλύτρωτοι ακόμη Έλληνες των νησιών και της Μικρασίας ζούσαν και ανάσαιναν με την ελπίδα της λευτεριάς. Τα βράδια ιστορούσαν τις ηρωικές πράξεις των κλεφταρματολών, του Μπότσαρη, του Ανδρούτσου, του Καραϊσκάκη και διηγούνταν τη θυσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Σε αυτόν τον δεύτερο κόσμο του ηρωισμού ήταν που απέδραμε με τη φαντασία του από μικρός ο Θεόφιλος. Γι’ αυτό φορούσε από τα νιάτα του φουστανέλα, μια φορεσιά που δεν ήταν καν τοπική της Λέσβου και που γι’ αυτή καθημερινά απορούσαν και τον χλεύαζαν οι περαστικοί.

Ήταν όμως η φορεσιά των παλληκαριών, της περήφανης κλεφτουριάς. Τους ήρωες του ’21, που τόσο πολύ ήθελε να τους μοιάζει, ο Θεόφιλος τους ζωγράφιζε στους τοίχους των σπιτιών στη Σμύρνη. 

"Οι Γιγαντόμαχοι Ήρωες Σταμάτης Νικηταράς, Οδυσσέας Ανδρούτσος και Ιωάννης Γκούρας"

 

Στα δέκα περίπου χρόνια που έμεινε εκεί περιδιαβαίνοντας το Προξενείο και γυροφέρνοντας τα άλλα ελληνικά ιδρύματα, φαίνεται να έμαθε κάποια πράγματα και για το αρχαίο παρελθόν της Πατρίδας. Στους κατοπινούς του πίνακες επέκτεινε το θεματολόγιό του προς τους δοξασμένους αρχαίους προγόνους: «Ο Περικλής από της Πνυκός δικαιολογών χάριν της Ακροπόλεως δαπάνας», «Η μονομαχία του Αχιλλέα», «Η ποιήτρια της νήσου Λέσβου Σαπφώ και ο κιθαρωδός Αλκαίος», κ.α.

«Ο Περικλής από της Πνυκός δικαιολογών χάριν της Ακροπόλεως δαπάνας»

(Σημείωση: προσέξτε ότι αντί για το άγαλμα της Αθηνάς ο Θεόφιλος βάζει τον εαυτό του, στην αγαπημένηντοςυ στάση, με την ασπίδα στο χέρι, να μας επιτηρεί από ψηλά. Δείτε επίσης τις τρεις μορφές αριστερά, που αντί να εστιάζουν στον ομιλητή, στοχεύουν κατευθείαν στην επικοινωνία με τον θεατή. Η δε μορφή της νέας κοπέλας στην κάτω αριστερή γωνία, η οποία δε συμμετέχει στη σύνθεση και εμφανίζεται εκεί ως ένα είδος σπουδής, είναι υπέροχο δείγμα ευγένειας και πνευματικότητας).

"Μονομαχία Αχιλλέως και Έκτορος έξωθεν του φρουρίου της Τρωάδας. Ο Πάρης και η οικογένεια του"

 

«Η ποιήτρια της νήσου Λέσβου Σαπφώ και ο κιθαρωδός Αλκαίος»

 

Ως άξιο παλληκάρι –όπως ένιωθε ο ίδιος τον εαυτό του– ήταν πάντα έτοιμος να αγωνιστεί για το μεγαλείο της σύγχρονης Ελλάδας. Έτσι, όταν ξέσπασε ο ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 αποφάσισε να φύγει για την Ελλάδα. Ξεμπάρκαρε στον Βόλο, κοντά στο μέτωπο, με σκοπό να καταταγεί στρατιώτης.

Όμως ο πόλεμος τέλειωσε με ταπεινωτικό τρόπο πριν προλάβει να στρατευθεί, ενώ η πόλη πέρασε στην κατοχή των Τούρκων (ελευθερώθηκε ξανά την άνοιξη του 1898).

Ο Θεόφιλος ξέμεινε πλέον στον Βόλο, προσπαθώντας να βιοπορίζεται όπως όπως μέσα από τη ζωγραφική. Κατά τις εθνικές γιορτές διοργάνωνε λαϊκές θεατρικές παραστάσεις με τους ήρωες της Επανάστασης. Στις Απόκριες ντυνόταν Μεγαλέξαντρος. Έφτιαχνε στολές δικής του έμπνευσης για τους πιτσιρικάδες και μετά τους παρέτασσε σε φάλαγγα, σαν αρχαίους Μακεδόνες.

Η αλλοκοτιά της εμφάνισής του όμως προκαλούσε συνεχώς το γέλιο. Δεν άντεξε την κοροϊδία και έφυγε απογοητευμένος για το Πήλιο, όπου σεργιανώντας από χωριό σε χωριό πέρασε τα υπόλοιπά του χρόνια μέχρι το 1927. Γύριζε σε καφενέδες, σπίτια και καπηλειά, όπου με αμοιβή ένα πιάτο φαΐ και μερικές δεκάρες για τα χρώματά του, ανέσυρε εικόνες από τον κόσμο της φαντασίας του και από τον κόσμο των ηρώων, αποθέτοντάς τες είτε σε έναν ταπεινό σοβά («σοβατζή» τον αποκαλούσαν υποτιμητικά) είτε πάνω σε κάποιο χαρτόνι, σε ξύλα και σε τενεκέδες.

Ευτυχώς που το 1912 ένας εύπορος κτηματίας και μυλωνάς, ο Γιάννης Κοντός, τον εκτίμησε ως ζωγράφο και ως άνθρωπο. Έγινε προστάτης του και του ανέθεσε την τοιχογράφηση του σπιτιού του στην Ανακασιά του Πηλίου. Ο Θεόφιλος ξετύλιξε εκεί εικόνες από την Επανάσταση του ’21, από το Βυζάντιο, τους αρχαίους θεούς, καθώς και φυσικά τοπία. Το ιστορικό αυτό για την ελληνική λαϊκή τέχνη αρχοντικό ανήκει σήμερα στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Μετά από ένα χοντρό χωρατό που του έκαναν σε κάποιο κοντινό χωριό και το οποίο τον πρόσβαλε τελειωτικά και αθεράπευτα, αποφάσισε να ξαναγυρίσει στο χωριό του στη Λέσβο. Καθώς ήταν ηθικά εξουθενωμένος από την ασταμάτητη χλεύη στον ξένο τόπο, με την επιστροφή στη γενέθλια γη η ψυχή του φάνηκε να ηρεμεί και να συμφιλιώνεται με το παλιό κοινωνικό του περιβάλλον.

Ο καταλαγιασμός της ψυχικής έντασης φάνηκε και από τη στροφή στη θεματολογία του. Ο δραματικός ηρωικός κόσμος έδωσε την θέση του στον ειρηνικό υλικό κόσμο που στεκόταν πραγματικός και χαρμόσυνος μπροστά του: ο καθημερινός βίος στο σπίτι και στο χωράφι, η οικογένεια, τα ήμερα τοπία της αιολικής γης, η ομορφιά του κόλπου του Γέρας. Είναι σαν η ψυχή του να επέστρεψε ανακουφισμένη στο οικείο και ήμερο λιμάνι μετά από ένα βασανιστικό ταξίδι σε αφιλόξενους τόπους.

"Μέγα ἀρτοποιείον Γεωργίου Παναγιώτου Κοντου Ἐκ Θεσσαλίας τῆς Πρωτευοὐσης Λαρίσσης."

 

"Το Εισόδημα στο Μόλυβο"

 

"Νέος τύπος χωρικού Μυτηλιναίου", 1931

 

"Ποιμήν εκ Μεσολογγίου"

 

"Ο Κόλπος της Γέρας"

Σε αυτή τη φάση της ζωής του τον ανακάλυψε ο διάσημος συντοπίτης του, ο εγκατεστημένος στο Παρίσι τεχνοκριτικός Στρατής Ελευθεριάδης. Ο Τεριάντ, όπως είχε εκγαλλίσει το όνομά του, κατάλαβε αμέσως την αξία του λαϊκού ζωγράφου και του παρείχε με γενναιοδωρία τα ζωγραφικά μέσα που με δυσκολία εξοικονομούσε ο Θεόφιλος (χρώματα, πανιά και πινέλα). Του ζήτησε να κρατά τους πίνακες που θα ετοίμαζε και του υποσχέθηκε ακόμα και μια δική του έκθεση στο Παρίσι.

Για την ταλαιπωρημένη ψυχή τού Θεόφιλου, αυτή η αναγνώριση και η ελπίδα που του γέννησε, ήταν δυστυχώς ένα βάλσαμο πάνω στην τελευταία του μόνο ώρα. Έφυγε για πάντα τον Μάρτη του 1934, μάλλον από τροφική δηλητηρίαση, μέσα στην ταπεινή του καλύβα και δίπλα στα χρώματα, στα πινέλα και στα πανιά που αγάπησε.

Ο Τεριάντ πάντως κράτησε τον λόγο του και το 1935 δημοσίευσε στην εφημερίδα «Αθηναϊκά νέα» συνέντευξη για τον «άγνωστο μεγάλο Έλληνα ζωγράφο» και τον επόμενο χρόνο οργάνωσε στο Παρίσι την έκθεση έργων που του υποσχέθηκε. Ο μεγάλος Λε Κορμπυζιέ χαρακτήρισε τον Θεόφιλο ως «έναζωγράφο γεννημένο από το ελληνικό τοπίο και τα έθιμά του». Το 1961 έγινε μεγάλη αναδρομική έκθεση με τα έργα του Θεόφιλου στο Μουσείο του Λούβρου, ξανά με οργανωτή τον Τεριάντ. Από τα μικρομάγαζα του Βόλου και από τα χωριά του Πηλίου, τα έργα του Θεόφιλου βρέθηκαν να παρουσιάζονται στο πιο σεβαστό σαλόνι της υψηλής τέχνης και εκεί γοήτευσαν τους απαιτητικούς κριτές με τον αυθεντικό, απλό και ειλικρινή τους ψυχισμό. Η καταξίωση του καταφρονημένου καλλιτέχνη έτσι ήλθε θριαμβευτικά, αλλά δυστυχώς μετά την οριστική του αποδημία.

Τα πρόσωπα του Θεόφιλου έχουν μάτια ανοικτά και αποπνέουν βυζαντινή πνευματικότητα. Τα φρύδια ακολουθούν ένα απαλό τόξο, σημάδι ήρεμης αυτοπεποίθησης, ενώ τα χείλη ακουμπούν ανάλαφρα το ένα πάνω στο άλλο, δείγμα και αυτό νηφάλιας εσωτερικότητας. Είναι πρόσωπα γεμάτα αξιοπρέπεια, χωρίς δραματική ένταση, αναδίδουν ένα απολλώνιο πνεύμα συλλογής και πνευματικότητας, είτε απεικονίζουν τον Κωνσταντίνο στην ύστατη μάχη με τους Αγαρηνούς είτε τον Μεγαλέξανδρο «φονεύον δράκον», είτε τον θεριόψυχο Καπετάν Ανδρούτσο, είτε τους χωρικούς στο «Μάζεμα των ελαιών εν Μυτιλήνη».

 Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Ἑλληνορωμαίων ἐξέρχεται Ἄτρομος εἰς τὴν μάχην τὸ 1453 Μαΐου 29

 

"Ο Μεγαλέξαντρος"  (Σημείωση: Οι εχθροί του, Πέρσες, εμφανίζονται τουρκόμορφοι)

 

"Πατήρ του Οδυσσέως Ανδρούτσου. Ο καπετάν Λεωνίδας Ανδρούτσος το 1795"

 

"Το μάζεμα των ελαιών εν Μυτιλήνη", 1933

 

Γι’ αυτό το έργο του Θεόφιλου, παρά την εθνική του θεματολογία, έχει και υπερεθνική καλλιτεχνική αξία.

Το δράμα της ζωής και οι πολιτισμικές καταβολές του Θεόφιλου έχουν επίσης ξεχωριστή σημασία, γιατί ήταν ένας εκπρόσωπος του αλύτρωτου ακόμη Ελληνισμού, ο οποίος τραγουδούσε και υπερηφανευόταν για την πρώτη εθνική νίκη του ’21, από τη μορφωμένη κορυφή ως τη λαϊκή του βάση, αναμένοντας με λαχτάρα τη σειρά του.

Την ώρα της αποτίμησης των 200 χρόνων ελεύθερης εθνικής ζωής, το έργο του Θεόφιλου απηχεί για τους σημερινούς Έλληνες κάτι συμβολικό και διδακτικό μαζί.

 

 


Σημειώσεις: 

[1]: Ο παππούς του λεγόταν Μιχαήλ και όταν αξιώθηκε να προσκυνήσει στους Άγιους Τόπους, κατά τη συνήθεια της εποχής, απέκτησε το τιμητικό πρόθεμα Χατζη-Μιχαήλ. Φαίνεται ότι ήταν ο άνθρωπος με την πιο αποφασιστική επιρροή στη ζωή του εγγονού του Θεόφιλου, μέσα από τα παραμύθια και τις ιστορίες που του διηγούνταν όταν του μάθαινε μαζί και τα βασικά της αγιογραφίας.

[2]: Η περίφημη Άπιστη Σμύρνη ή Γκιαούρ Ιζμίρ, ακριβώς για τον ανοικτό και πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα.

[3]: Μετά από σύσταση των ζωγράφων Γιώργου Γουναρόπουλου, γεννημένου στην Σωζόπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας, και του Φώτης Κόντογλου, που γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες).

 


Πηγές

[1]: Ευδοξία. Η αυτοκράτειρα της διαφθοράς που κουρευόταν ως εταίρα

[2]:  Ευδοξία (αυτοκράτειρα) - Βικιπαίδεια

 

 

Τέχνη, Τα επιτεύγματα της ελευθερίας, Προσωπικότητες, Θεόφιλος Χ'μιχαήλ, Λαϊκή ζωγραφική, Τεριάντ