Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Κατά Σμαραγδήν "Καποδίστριας"

Εναρκτήριο λάκτισμα του 2026 με καταγραφή της προσωπικής μου γνώμης για την αμφιλεγόμενη κινηματογραφική ταινία του Σμαραγδή με τη βιογραφία του Καποδίστρια, την οποία είδα χτες βράδυ.

Κόσμος πολύς, ουρές στα εκδοτήρια, εξαντλημένα τα εισιτήρια τα πρώτης προβολής. Πάμε συνεπώς για τη δεύτερη (σε άλλη αίθουσα, η οποία ξεκινά σε 40’ περίπου). Μέσες και πάνω ηλικίες οι περισσότεροι (50-70), στη φάση της ζωής που οι επαγγελματικές και οικογενειακές έγνοιες έχουν αρχίσει να υποχωρούν σε ένταση ή/και σε ενδιαφέρον, τότε που αρχίζεις ν’ αναρωτιέσαι αν έχεις σωστά πορευθεί αξιακά, κοινωνικά, πολιτικά μέχρι σήμερα και έτσι ψάχνεσαι να επανατοποθετηθείς για όση ζωή απομένει.

Αρκετοί ήταν επίσης οι νεαρότεροι, που ίσως άκουσαν για τον σχετικό ντόρο και κινήθηκε μέσα τους κάποια περιέργεια. Μερικοί φέραν και μικρά παιδιά μαζί τους, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα του σκηνοθέτη και των διάφορων «αντισυστημικών»  των κοινωνικών δικτύων η οποίοι θεωρούν ότι η ταινία έχει ηθικοδιδακτικό περιεχόμενο, κατάλληλο για να διαπαιδαγωγηθεί ιστορικά ο νέος ανθός της ελληνικής κονωνίας.

Θα κάνω κριτική σε τρεις διαστάσεις:

α. ως προς την καλλιτεχνική ποιότητα (χωρίς να είμαι ειδικός, καταγράφοντας όμως την αισθητική μου εμπειρία από ένα φιλόδοξο έργο τέχνης),

β. ως προς την ιστορική ακρίβεια και πιστότητα και

γ. ως προς την πολιτική σκοπιμότητα της ταινίας και την πολιτική αντιπαράθεση που εκκίνησε πριν την προβολή της και συνεχίζει και μετά την πρεμιέρα της.

Η άλλη ταινία του Σμαραγδή που είχα δει, ήταν αυτή για τον Ιωάννη Βαρβάκη, «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» (ο τίτλος της είναι ενδεικτικός για το πώς ο Σμαραγδής εμπλέκει το θείο στοιχείο στις ταινίες του), αρχικά μου είχε αφήσει μια ουδέτερη και μάλλον ανιαρή επίγευση. Περίσσευαν οι διάλογοι μεταξύ του πρωταγωνιστή, του υπηρέτη και της κόρης του, οι μεταφυσικές αγωνίες του μεγάλου Έλληνα κατανάλωσαν το χρόνο της ταινίας, ενώ μικρό μόνο μέρος της αφιερώθηκε στις καινοτομίες και στη δραστηριότητα του Βαρβάκη. Η ταινία ήταν μια μερική, άνευρη και επίπεδη προσωπογραφία. Πολύ κακό για το τίποτα, σκέφτηκα τότε.

Αργότερα όμως, όταν έγραψα τη βιογραφία του Βαρβάκη στο βιβλίο μου «Τα επιτεύγματα της ελευθερίας», μελέτησα και έμαθα για τον τρομερά δυναμικό και θεληματικό του χαρακτήρα, για την απίστευτα περιπετειώδη ζωή του (ο έφηβος πειρατής και κατόπιν θαλασσομάχος του Αιγαίου που έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ρωσίας και ευνοούμενος της Μεγάλης Αικατερίνης), για την τολμηρή του δράση σε τόπους μακρινούς και εξωτικούς (Αστραχάν, Κασπία), για τις καινοτόμες και ρηξικέλευθες επιχειρηματικές του ιδέες, αυτές που του απέδωσαν αμύθητα πλούτη, για τον φλογερό ανόθευτο πατριωτισμό του, προσφερόμενος να γίνει αυτός ο αποκλειστικός χρηματοδότης της Ελληνικής Επανάστασης! Τότε πλέον αγανάκτησα κατά του Σμαραγδή για τον επιπόλαιο και επιφανειακό τρόπο με τον οποία παρουσίασε μια τέτοια τεράστια επιχειρηματική, φιλάνθρωπη και φιλογενή φύση. Ο σκηνοθέτης σκέφτηκα είναι φτηνός δημιουργός, που επινόησε ένα πιασάρικο τίτλο (χαβιάρι, Θεός) για να κάνει μια καλή ‘κονόμα.

Οπότε, με αυτή την αρνητική προκατάληψη άκουσα για το νέο δημιούργημα του Σμαραγδή, τον «Καποδίστρια». Ομολογώ ότι αν δεν γινόταν τόσος θόρυβος για τις πολιτικές υποδηλώσεις της νέας κινηματογραφικής βιογραφίας και αν δεν εμφανίζονταν τόσο πολωμένες οι απόψεις των θεατών απέναντι στην ταινία (από τη μία, η σύσσωμη απαξίωση των τεχνοκριτικών του κινηματογράφου και της «προοδευτικής» δημοσιογραφίας και από την άλλη, ένα ξέσπασμα ενθουσιασμού όσο και αγανάκτησης των κοινών ανθρώπων οι οποίοι συρρέουν να δουν την ταινία και που νιώθουν ότι γίνεται προσπάθεια να δυσφημιστούν τα πατριωτικά μηνύματα τα οποία αυτή εκπέμπει.

Φρόντισε άλλωστε -πονηρά ίσως;- ο Σμαραγδής, σε επαρκώς κατάλληλο χρόνο πριν την πρεμιέρα της ταινίας, να καταγγείλει αόριστα κέντρα αποφάσεων τα οποία του αρνήθηκαν τη χρηματοδότηση που ζητούσε ώστε να ολοκληρωθούν τα γυρίσματα. Παρουσίασε τον εαυτό του ως αντισυστημικό, αγωνιστή πατριώτη, υπέρμαχο των παραδοσιακών αξιών του ελληνισμού και γι΄ αυτό ακριβώς, θύμα σχεδίου φίμωσης από το κινηματογραφικό και πολιτικό κατεστημένο.

Η ακραία πολωτική αυτή αντιπαράθεση, με αμείωτη ένταση, συνεχίζει να αναρτάται ένθεν και ένθεν σε σχετικές ιστοσελίδες όσο και στα κοινωνικά δίκτυα. Είναι επίκαιρο και έχει γίνει μάλλον σημαντικό στοιχείο της πολιτικής καθημερινότητας (θα εξηγήσω παρακάτω το λόγο). Δεν μπορεί εύκολα να αγνοήσει κανείς την ταινία και τις εντυπώσεις που δημιουργεί στους θεατές και τους κριτικούς. Αξίζει να την δει κανείς, έστω και για να σχηματίσει προσωπική άποψη για μια επίκαιρη διαμάχη, η οποία έχει προφανέστατα τη ρίζα της σε υφέρπουσες αλλά σοβαρότατες πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις. Η πρόσληψη της εικόνας του Ιωάννη Καποδίστρια μέσα από την συγκεκριμένη ταινία δημιουργεί αυτονόητα αντίστοιχες πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.

Οπότε, ανεξάρτητα από την προηγούμενη απόρριψή μου για τον Σμαραγδή, αποφάσισα να δω την ταινία. Και μόνον το ότι αποτέλεσε το κίνητρο για να γράψω την πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο για το 2026, σημαίνει ότι άξιζε τον κόπο!

Ας πάμε πρώτα στο καλλιτεχνικό της σκέλος. Με δυο λόγια: είναι επιπέδου σχολικής παράστασης (του δημοτικού). Το σενάριο -όπως και στον Βαρβάκη- είναι επίπεδο, απλοποιημένο ώστε να είναι ευκολονόητο. Περνά διαδοχικά γρήγορα και επιφανειακά, από τα «βασικά» που πρέπει να έχει κανείς υπόψιν για τη διπλωματική μεγαλοφυία του Καποδίστρια (η εμπιστοσύνη του Τσάρου στον ειλικρινή και ακέραιο χαρακτήρα του, η συμβολή του Καποδίστρια στην ομοσπονδιακή συνταγματική διάρθρωση της Ελβετίας, στην αποφυγή διαμελισμού της Γαλλίας μετά τους ναπολεόντειους πολέμους κλπ.). Για μια συνοπτική αλλά περιεκτική και επίσης κριτική παρουσίαση του χαρακτήρα και των επιτευγμάτων του Κυβερνήτη, παραπέμπω στο σχετικό κέφαλαιο από το βιβλίο μου «Τα επιτεύγματα της ελευθερίας».

Η ρομαντική σχέση του Καποδίστρια με την ευγενική μορφή της Ρωξάνδρας Στούρτζα λειτουργεί κατά τη διάρκεια της ως συγκινησιακός καμβάς πάνω στον οποίο εκτυλίσσονται παράλληλα τα διπλωματικά και πολιτικά γεγονότα στη ζωή του Καποδίστρια. Τα επεισόδια της διπλωματικής του ανέλιξης και του κατοπινού παραγκωνισμού του, η βίωση του προσωπικού δράματος και οι αγωνίες της κυβερνητικής θητείας προβάλλονται διαδοχικά στον καμβά της αλληλογραφίας τους και των μεταξύ τους εκμυστηρεύσεων. Το μελό είναι διάχυτο και ανισομερώς εκτεταμένο σε σχέση με τα πιο ουσιώδη περιστατικά της ζωής του Κυβερνήτη. Αλλά ο έρωτας ελαφρύνει τα «βαριά» στοιχεία της τραγικής βιογραφίας του Καποδίστρια, περισσότερο από ό,τι το χρειαζόταν η ταινία, κατά τη γνώμη μου. Φτάνει κανείς στο μισό του έργου και ακόμα δεν έχει μπει στο σημείο ζέσης, που είναι η σχέση του Κυβερνήτη με τους Έλληνες της επαναστατημένης πατρίδας (τους λαϊκούς και τους προεστούς) και με τους αντιπροσώπους των Εγγυητριών Δυνάμεων.

Τα μυθοπλαστικά στοιχεία της σκηνοθεσίας είναι μάλλον φτηνά στη σύλληψη και στην αποτύπωσή τους: δίπλα στον Καποδίστρια ή πίσω του εμφανίζεται συνεχώς ένας νεαρός καλόγερος (Νικόδημος) με μακριά μαλλιά, δήθεν, ο θρησκευτικός άλλος εαυτός του, η προσωποποίηση της συνείδησής του. Γι’ αυτό και ο ξερακιανός μακρυμάλλης καλόγερος μένει αμετάβλητα νεαρότατος με τα χρόνια. Τον ενσαρκώνει ένας νεαρός ηθοποιός, εντελώς ακατάλληλος ως φυσιογνωμία, ο οποίος υπομειδιά συνεχώς αυτάρεσκα -σαν να γνωρίζει αυτός εκ των προτέρων την οικονομία του όλου δράματος- υποδεικνύοντας στον κατά τα άλλα σεβάσμιο ασπρομάλλη Καποδίστρια πότε να πάει να δει τη Στούρτζα, πότε να κάνει εκείνο, πότε να πει το άλλο.

Η ηθοποιία είναι γενικώς κάτω του μετρίου, ακόμη και για τον κύριο ρόλο του Καποδίστρια τον οποίο ενσαρκώνει ο Αντώνης Μυριαγκός. Παρά τις γενικά συμπαθητικές κριτικές που έχω διαβάσει -μόνο γι’ αυτόν- μου φαίνεται πως υπολείπεται της ανάδειξης της γαλήνιας αλλά και ισχυρής αυτοπεποίθησης που αναδίνουν τα πορτραίτα του Καποδίστρια. Στο βιβλίο μου παρομοιάζω αυτή τη φωτεινή και ολύμπια αταραξία του Καποδίστρια με την ήρεμη κυριαρχία που εκπέμπει το βλέμμα του δελφικού Ηνίοχου. Δεν ακτινοβολείται αυτή η υποβλητική ηθική ανωτερότητα στην κίνηση του ηθοποιού, ούτε απεικονίζεται στις εκφράσεις του η βαθύτατη θρησκευτικότητά του, παρά το ότι η μορφή του Μυριαγκού είναι πολύ ευγενική και προσομοιάζει επαρκώς στη λιτοδίαιτη όψη του Κυβερνήτη.

 

Για τους υπόλοιπους ηθοποιούς, οι επιλογές του σκηνοθέτη είναι επιεικώς ατυχέστατες. Από τον ψιλόλιγνο και μάλλον εκλεπτυσμένο στα λόγια του Κολοκοτρώνη, στον τετράπαχο Σπηλιάδη (Τάσος Χαλκιάς, ένας από τους λίγους σχετικά γνωστούς ηθοποιούς) που μετά βίας κινείται και μιλά ασθμαίνοντας, στον δήθεν κακόψυχο και ερεβώδη Μέττερνιχ (ο Άγγλος Φίνμπαρ Λιντς δεν πείθει στις κακά σκηνοθετημένες «εκρήξεις» θυμού μετά τις διπλωματικές του ήττες από τον Καποδίστρια), στον άγριο Μαυρομιχάλη (Μιχάλης Ιατρόπουλος) με τα σχετικά πιο πρωτόγονα μανιάτικα χαρακτηριστικά και στον επιτήδειο και σκληρό Κουντουριώτη (Παύλος Κοντογιαννίδης), στον φαρμακερό Μαυροκορδάτο (Νίκος Κορδώνης), αλλά και σ’ όλους τους άλλους ρόλους, η ηθοποιία κινείται σε επίπεδο ερασιτεχνικού θιάσου. Μόνο η ερμηνεία της Ρωξάντρας (Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη) με άγγιξε κάπως, ίσως λόγω της προσπάθειας για συγκράτηση του -γενικά πλεονάζοντος- συναισθηματισμού των σκηνών με τον Καποδίστρια, εντός των ορίων μια αληθινής αριστοκράτισσας-, ίσως και λόγω της λεπτεπίλεπτης και από φύση ευγενικής της μορφής.

Όσο για τους κομπάρσους, ο Σμαραγδής τους στήνει όλους μαζί -φύρδην μίγδην, μπούγιο- σε στημένες κλισέ σκηνές: πότε στα γιουρούσια πίσω από τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος έφιππος εφορμά μοναχός του (!) απέναντι στους Τούρκους, ενώ οι κομπάρσοι τρέχουν άτακτα πίσω του και σε μεγάλη απόσταση, πότε στα συσσίτια που μοιάζουν με σύγχρονες εκδηλώσεις cocktail party, πότε ακροβολισμένοι στις σκάλες που περνά ο Κυβερνήτης (ξανά και ξανά αυτό, μέχρι να το εμπεδώσουμε καλά), όλοι τους και όλες τους, νέοι και ηλικιωμένοι, αποκριάτικα μουντζουρωμένοι με φούμο, μήπως και προσδώσουν κάποια εικόνα ταλαιπωρίας και πείνας, παρά τα καταφανώς καλοθρεμμένα και φρέσκα πρόσωπα και κορμιά τους.

Υπάρχουν και κωμικότερες σκηνές, όπου ο σκηνοθέτης φιλοδοξεί να σκηνοθετήσει την θριαμβευτική υποδοχή του Καποδίστρια στην Ελβετία, ως ευεργέτη της πόλης της Γενεύης: μια ταλαίπωρη ασθμαίνουσα μπάντα με καμιά ντουζίνα μουσικούς - φιλαρμονική κάποιας κωμοπόλεως θα μίσθωσε ο Σμαραγδής- δημιουργεί δήθεν εορταστική ατμόσφαιρα, την οποία παρακολουθούν καμιά εικοσαριά άλλοι παρδαλά ντυμένοι «Ελβετοί και Ελβετές» με ελληνικά χαρακτηριστικά.

Το αποκορύφωμα της καρικατούρας είναι τα -πλαστικά- ψητά αρνιά και οι καλαματιανοί χοροί που ο Σμαραγδής κατάφερε να γυρίσει πάνω στο Ποντικονήσι, στην πατρίδα του Κυβερνήτη (πώς θα μπορούσαν οι αρμόδιοι ν’ αποφύγουν αυτή την αποθέωση του κιτς χωρίς να κατηγορηθούν για λογοκρισία της υψηλής Σμαράγδειας τέχνης;).

Ένα από αυτά για το οποίο κατηγορούν τον Σμαραγδή είναι επίσης η υπερβολική προβολή του θρησκευτικού στοιχείου το οποίο περιβάλλει τη ζωή του Καποδίστρια. Προσωπικά, δεν με ενόχλησε τόσο η προβολή του χαρακτήρα υπό αυτήν την οπτική γωνία, γιατί είναι γνωστή η βαθύτατη θρησκευτικότητα του Καποδίστρια. Δεν έφτασε όμως ως τη δεισιδαιμονία, να ρωτά δηλαδή για τη μοίρα του τον «προφήτη» Έλενο, κάποιον θυμόσοφο Χαραλάμπη, τον οποίον ο Σμαραγδής σκέφτηκε να τον στήσει σε ένα τσαντίρι κάπου στην εξοχή, εκεί όπου τον επισκέπτεται -ως άλλη Πυθία- ο Κυβερνήτης μετά της κουστωδίας του (Κολοκοτρώνης, Κανάρης και ο απαραίτητος Νικόδημος). Μπορεί να θεωρήσουμε με αξιοπιστία ότι από τότε που σώθηκε κατά τη νεότητά του όταν έπεσε από το άλογο, ο Καποδίστριας πίστευε ακράδαντα ότι τον προστάτευε η ίδια η Παναγία. Δεν είναι σκηνοθετική υπερβολή να υπενθυμίζεται αυτό στο θεατή κατά την αφήγηση κρίσιμων στιγμών της ζωής του. Παράταιρη όμως και φθηνού γούστου είναι η μέθοδος που επιλέγει να το κάνει ο Σμαραγδής, διεμβολίζοντας ξανά και ξανά διάφορες σκηνές με την εμφάνιση μιας υπερβατικής αιθέριας και υπεριπτάμενης Παναγίας (την ενσαρκώνει με πομπώδη τρόπο η Ναταλία Καποδίστρια, ηθοποιός και η ίδια, τελευταία απόγονος της ευγενούς οικογένειας η οποία φέρει αυτό το βαρύ επώνυμο). Θα αρκούσε η εμφάνιση μιας υποβλητικής βυζαντινής εικόνας της Παναγίας, με την Αγία Σκέπη να προσδίδει θρησκευτικότητα στη σκηνή, παραπέμποντας στην ελεήμονα και προστατευτική Της χάρη. Αλλά ο Σμαραγδής επιλέγει τον παράταιρο, πομπώδη, κιτς συμβολισμό.

Άλλο παιδαριώδες σκηνικό στήνεται όταν ο Κυβερνήτης περιοδεύει στην κατερειπωμένη ελληνική επαρχία για να εξακριβώσει ο ίδιος άμεσα το εύρος της καταστροφής (αυτό είναι ιστορικά ακριβές). Συναντά κάποιον χωρικό έξω από το σπίτι του, ο οποίος δεν αναγνωρίζει φυσικά τον Καποδίστρια, αλλά μας αφηγείται -σαν από ποιηματάκι- για την αγαθή φύση του «μπαρμπα-Γιάννη» (ορθό και αυτό, έτσι τον αποκαλούσαν οι λαϊκοί άνθρωποι) για τα πολιτικά ανδραγαθήματά του, για τα ανακουφιστικά φορολογικά μέτρα και για την πρόνοια για τους αναξιοπαθούντες. Εμπεδώνονται όλ’ αυτά καλύτερα στον θεατή με τέτοιο «επί του πεδίου» σκηνοθετικό εύρημα, παρά με κάποια σκηνήν εντός υπουργείου ας πούμε. Εντάξει, ας βάλει μια τέτοια σκηνή ο σκηνοθέτης, αλλά τι ήθελε να στήσει τον χωρικό (παχύς-παχύς και αυτός, μάλλον καλοζωισμένος φαινόταν παρά ταλαιπωρημένος) κρατώντας εμφατικά ένα κομμάτι τυρί στο ένα χέρι και ένα παξιμάδι στο άλλο;

Αυτή η αντίθεση μεταξύ του ενός πόλου (του αγαθού λαού) και του άλλου αντίποδα (των κοτζαμπάσηδων) θα εμφανίζεται με τον πιο χονδροειδή τρόπο σε όλο το υπόλοιπο της ταινίας, από τη στιγμή που ο Καποδίστριας αναλαμβάνει Κυβερνήτης.

Θα μπορούσα να πω και άλλα πολλά για την φθηνή εντυπωσιοθηρία του Σμαραγδή, που την φέρνει στο όριο της γελοιότητας ο φθηνός προϋπολογισμός της ταινίας. Ο αριθμός των κομπάρσων, το μακιγιάζ, τα κοστούμια: ο Καποδίστριας φορά την ίδια μαύρη ρεντιγκότα για τα τρία τέταρτα της ταινίας, τόσο μπροστά στον Τσάρο όσο και κατά την υπόλοιπη καθημερινότητά του, αλλά φορά και τις ίδιες δερμάτινες μπότες, ανεξαρτήτως τόπου και καιρού, από τα χιόνια της Ρωσίας μέχρι και μέσα στο κατακαλόκαιρο στις ξεραΐλες της Ύδρας και της Μάνη.

Ας σχολιάζουμε όμως τώρα την ιστορική πιστότητα της ταινίας, δηλαδή κατά πόσο τα όσα αφηγείται είναι ιστορικά καταγεγραμμένα -έστω πιθανολογημένα- ή είναι επίσης μυθοπλαστικές κατασκευές, ώστε να εξυπηρετούν την ιδεολογικά φορτισμένη αφήγηση του σκηνοθέτη.

Από πού να ξεκινήσεις και πού να καταλήξεις; Από τη σκηνή όπου ο Καποδίστριας ορκίζει τους εταίρους της Φιλομούσου Εταιρίας της Βιέννης (γιατί απαιτούνταν όρκος;), από τις αγκαλιές με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη μαζί με τις ευχές και τις παραινέσεις του για την έναρξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία (αν και γνωρίζονταν μεταξύ τους, δεν πολυσυμπαθούνταν οι δυο τους και -κατά βέβαιο τρόπο- ο Καποδίστριας δεν ενθάρρυνε-το αντίθετο μάλιστα-  την επαναστατική κίνηση της Φιλικής Εταιρίας), στην αλυσιτελή επίσκεψη του Κυβερνήτη, σχεδόν ως ικέτη, στην Ύδρα και στη Μάνη, με σκοπό τον εξευμενισμό των Κουντουριώτη και Μαυρομιχάλη αντίστοιχα (τι σόι Κυβερνήτης πέφτει τόσο χαμηλά;), ως και μέχρι τους κλισέ διαλόγους «καλών» και «κακών» που δεν έγιναν ποτέ;

Ακόμα και την ιστορία με την Ελβετική Ομοσπονδία την ταλαιπωρεί ο Σμαραγδής: μπρος στο αδιέξοδο της επικείμενης εισβολής των Αυστριακών στρατευμάτων, οι δύο Ελβετοί εκπρόσωποι κοιτούν τον Καποδίστρια και αυτός, με μια φράση του και μόνο, τους λύνει το πρόβλημα: πρέπει -τους λέει- να είσαστε ενωμένοι, να συμφιλιωθούν μεταξύ τους τα καντόνια! Κοιτάζονται οι δυο Ελβετοί και, ωσάν επιφοίτηση να τους ήρθε, αγκαλιάζονται και μονιάζουν εκεί μπροστά του! Αυτοστιγμεί, με μια μόνο συμφιλιωτική παραίνεση του Καποδίστρια το πρόβλημα των Ελβετών λύθηκε ως τα σήμερα.

Το ίδιο κωμική -και περισσότερο ακόμα- είναι η σκηνή της συμφιλίωσης των δύο οπλαρχηγών, Γρίβα και Φωτομάρα, που νέμονταν το Παλαμήδι και την Ακροναυπλία αντίστοιχα. Αγριοκοιτάζονται μεταξύ τους να αλληλοσκοτωθούν, αλλά μπαίνει προσωπικά ανάμεσά τους ο Καποδίστριας, τους λέει μια μόνο κουβέντα περί πατρίδας και… ως δια μαγείας, αυτοί συμφιλιώνονται και αγκαλιάζονται. Έτσι λοιπόν, τόσο απλά αλλά και σίγουρα τα κατάφερνε ο Κυβερνήτης!

Άσε πια τους φαιδρούς αναχρονισμούς: στο Ποντικονήσι η ελληνική σημαία, η γαλανόλευκη με το σταυρό στη μέση, πριν ακόμα ξεσπάσει η Επανάσταση (η εθνική σημαία καθιερώθηκε στην Α’ Εθνοσυνέλευση, κατά το 1822), ενώ οι μικροί μαθητές, υπο το βλέμμα της συγκινιμένης δασκάλας (μόνο άντρες δάσκαλοι μπορεί να υπήρχαν τότε), ψάλλουν μέσα στη σχολική αίθουσα τον "Ύμνο εις την ελευθερίαν" του Σολωμού (ο οποίος μελοποιήθηκε στη σημερινή του μορφή το 1861 και καθιερώθηκε επίσημα ως εθνικός ύμνος το 1865). Επισης, το καύχημα του Καποδίστρια  προς τον Μέττερνιχ για τους τρεις ελληνικούς πολιτισμούς που συγκροτούν την προ της Επαναστάσεως εθνική μας ταυτότητα: κατά την αντίστροφη χρονολογική σειρά αυτοί είναι ο Βυζαντινός, ο Αρχαιοελληνικός και, άκουσον-άκουσον, ο Μινωικός!

Μάλιστα… Ο Καποδίστριας και φυσικά οι υπόλοιποι μορφωμένοι Έλληνες της εποχής του, μαζί και οι ξένοι, με τους οποίους διαλέγονταν, φαίνεται ότι όλοι τους γνώριζαν, κάπου 100 χρόνια προ του Έβανς και των ανασκαφών του, για τον περίφημο πολιτισμό των αρχαίων Κρητών, ο οποίος οροθετείται ιστορικά μεταξύ 3000 π.Χ. και 1100 π.Χ. και ο οποίος, κατά συνθήκη μόνον, ονομάστηκε από τον Έβανς «Μινωικός».

Αλλά οι ιστορικοί δεν έχουν χαρακτηρίσει αυτόν τον πολιτισμό ως ελληνικό, ούτε τους Μινωίτες (τους κατοίκους της Κρήτης κατά την εποχή εκείνη) ως ελληνικό φύλο. Τη δόξα αυτή την έχουν οι Μυκηναίοι: όπως έδειξε η ανάγνωση της Γραμμικής Β’ την οποία μιλούσαν οι Μυκηναίοι, αυτή είναι μια καθαρά ελληνική γλώσσα, είναι ο απώτερος πρόγονος της σημερινής μας Νέας Ελληνικής.

Αλλά ο Σμαραγδής, ως γνήσιο τέκνο της Λεβεντογέννας, πλάθει την ιστορία σύμφωνα με την λαϊκή μυθοπλασία του νησιού του, αδιαφορώντας για την ιστορική επιστήμη. Βάζει λοιπόν τον Καποδίστρια να υπερηφανεύεται με απροκάλυπτη έπαρση προς τους Ευρωπαίους διπλωμάτες (Μέττερνιχ κλπ.), σε κλασικό νεοελληνικό στυλ: «όταν εμείς κάναμε Παρθενώνες…») περί των 5000 χρόνων ιστορίας του Ελληνικού  Έθνους!

Όλες αυτές οι αποκλίσεις από την ιστορική ακρίβεια δεν είναι απαραίτητες, ούτε επιτρέπονται «σκηνοθετική αδεία», για την οικονομία της ταινίας. Είναι εμπρόθετη παραποίηση των ιστορικών γεγονότων, τόσο για λόγους σκηνοθετικού εντυπωσιασμού αλλά όσο και για λόγους προσωπικής ιδεοληψίας. Η απογοήτευσή μου ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν έμαθα ότι ο σεβαστός Μελέτης Μελετόπουλος (διδάκτορας Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών και Φιλοσοφίας), ο οποίος συμμετέχει και στην ταινία με έναν μικρό ρόλο, δεν είχε ούτε ένα μικρό επικριτικό ή έστω διορθωτικό σχόλιο να κάνει επί όλων αυτών. Είτε έκανε σχετικές υποδείξεις και ο Σμαραγδής τον αγνόησε, αρνούμενος να συμμορφώσει τα ανωτέρω φαιδρά.

Στέκομαι πολύ σε αυτή την έλλειψη σεβασμού προς την ιστορική αλήθεια και τονίζω ότι δεν υπάρχει κάποιος εμφανής και δόκιμος σκηνοθετικός λόγος, είτε οικονομικός είτε έστω καλλιτεχνικός, γι’ αυτή την επιλογή (η ίδια έλλειψη ιστορικής πιστότητας και πληρότητας που διαπίστωσα και στην βιογραφία του Βαρβάκη).

Από αυτήν τη στάση του Σμαραγδή απέναντι στα ιστορικά γεγονότα διαφαίνεται και το σημαντικότερο μειονέκτημα αυτού του σκηνοθέτη: δεν είναι τόσο η χαμηλή καλλιτεχνική του αξία, αλλά η ιδεολογική του μυωπία αυτό που προσβάλλει τον θεατή.

Ο Σμαραγδής είναι εμφανώς άνθρωπος υπό ιδεολογική φόρτιση. Αυτό δεν είναι ούτε κακό από μόνο του, ούτε δική του ιδιαιτερότητα. Όμως, δεν φαίνεται να έχει κάνει την ερευνητική και διανοητική εργασία που απαιτείται για να θεμελιώσει γερά, ώστε να μπορέσει να υπερασπιστεί πειστικά αν χρειαστεί, την ιδεολογική του τοποθέτηση. Περισσότερο υιοθετεί ιδεολογήματα και μετά τα χειρίζεται τεχνηέντως -και χονδροειδώς- προς όφελος της δικής του επαγγελματικής προβολής.

Επιλέγοντας να ασχοληθεί σκηνοθετικά σχεδόν αποκλειστικά με τη βιογραφία προβεβλημένων Ελλήνων, πασίγνωστων και ευπώληπτων ονομάτων -Θεοτοκόπουλος, Βαρβάκης, Καβάφης, Καζαντζάκης, τώρα Καποδίστριας-, στην πράξη χρησιμοποιεί τα ονόματα αυτά ως σταθμούς μιας δικής του σταυροφορίας υπέρ της ανάδειξης παρεξηγημένων εθνικών ηρώων, πολεμώντας συνάμα τα -κατά τη άποψή του- αντιδραστικά ιδεολογικά, πολιτικά και οικονομικά κατεστημένα συμφέροντα.

Θεωρεί κατ’ επέκταση, εφόσον αναλαμβάνει εργολαβικά αυτή την εθνική σταυροφορία, περίπου ως δικαίωμά του να χρηματοδοτηθεί από δημόσιο χρήμα για τις ταινίες του. Είναι όμως εντελώς διαφορετικό ζήτημα το πόσα δημόσια χρήματα δαπανώνται και με ποια κριτήρια (θα επανέρθω σ’ αυτό το επίμαχο θέμα) χορηγώντας άλλες σκηνοθετικές πρωτοβουλίες με εντελώς αντίθετες ιδεοληψίες και με ακόμη χειρότερες ποιοτικές βάσεις. Εντούτοις, δεν κρίνεται αυτοδικαίως ως χρηματοδοτήσιμος ένας σκηνοθέτης, μόνο και μόνο λόγω των θεματικών του επιλογών.

Ο εν λόγω σκηνοθέτης μεταχειρίζεται χρησιμοθηρικά -αλλά και καλλιτεχνικά χονδροειδώς- το δίπολο καλού-κακού στις ταινίες του, προσδίδοντάς του και πολιτικές προεκτάσεις αν χρειαστεί. Έτσι, ο ηθικισμός και ο διδακτισμός που αποπνέει ο «Καποδίστριας» του Σμαραγδή, μεταδίδεται ευκολότερα σε συνθήκες πόλωσης, κάτι που εμφανέστατα επιδίωξε ο σκηνοθέτης, μιλώντας αρκούντως «έγκαιρα» προ της προβολής της ταινίας του, κατακσευάζοντας επιδέξια έναν μύθο θυματοποίησής του.

Είναι πάντως δικαίωμα των όποιων υπευθύνων και αρμόδιων κρατικών υπαλλήλων, τεχνοκριτικών συμβούλων κ.λπ., η κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης. Η άρνησή τους προς τον Σμαραγδή δεν είναι απαραίτητα προσωπικός του διωγμός, ούτε της προσωπικότητας του Καποδίστρια. Ως διωγμό όμως το παρουσίασε ο ίδιος. Όχι μόνο δεν άφησε υπονοούμενα, αλλά δήλωσε ρητώς ότι η εκ των υστέρων ακύρωση μιας πρώτης θετικής -επί της αρχής- απόκρισης στο αίτημά του (από τον Άδωνη συκγκριμένα) ήρθε με εντολή του περιβάλλοντος του Πρωθυπουργού. Μάλιστα, είχε το θράσος να μας πει ότι ζήτησε επαφή με τον ίδιο τον Πρωθυπουργό (!), αλλά δεν βρήκε την ανταπόκριση που επιζητούσε (δεν κατάλαβα αν μίλησαν απευθείας ή όχι). Πόσοι σκηνοθέτες ή καλλιτεχνικοί δημιουργοί έχουν, ή πιστεύουν ότι πρέπει να έχουν, πρόσβαση στον ίδιο τον Πρωθυπουργό;

Η «πόρτα» που έφαγε μπορεί να ήταν προσβλητική με τον τρόπο που έγινε, και επίσης μπορεί να ήταν επίσης ιδεολογικά υποκινούμενη. Προσωπικά το πιστεύω αυτό και νομίζω πως η πλειονότητα των Ελλήνων που ασχολήθηκαν με την ταινία  έχει την ίδια άποψη. Ακριβώς διότι υπάρχει τόσο στη συστημική πολιτική (η οποία εκφράζεται μέσα από τους κύκλους του Μεγάρου Μαξίμου, που κατέχουν μια σκιώδη, μη θεσμική, πάντως πανίσχυρη εξουσία), όσο και στη συστημική δημοσιογραφία, σαφής ιδεολογική στήριξη της woke agenda, όπως και απαξιωτική μεταχείριση και επίσης ισχυρή αντίθεση απέναντι στην πατριωτική και θρησκευτική παράδοση των Ελλήνων.

Από εδώ είναι που εκπηγάζει η τεράστια δημοσιότητα και η συνακόλουθη πόλωση που προκάλεσε η ταινία. Ο στόχος του Σμαραγδή, να παρουσιάσει ένα μανιχαϊστικού περιεχομένου σκηνικό (αντίθεση μεταξύ καλού και κακού), που να απευθύνεται στο πιο λαϊκότροπο θυμικό στοιχείο του κοινού, μέσω κιτς απλουστευτικών σχημάτων και εικόνων, πέτυχε τελικά πιο πολύ και από ό,τι υπολόγιζε και ο ίδιος.

Το προσωπικό ιδεολόγημα του σκηνοθέτη, πλασαρισμένο μέσα από την συγκινησιακή φόρτιση και την ηθικολογία στην οποία στοχεύει η ταινία, τυχαίνει αυτήν ακριβώς την περίοδο να αναδεύει την υφέρπουσα αίσθηση περιθωριοποίησης, απαξίωσης των εθνικών αισθημάτων και των παραδοσιακών αξιών ενός ευρύτερου κοινού.

Φαίνεται ότι και στην Ελλάδα, όπως και στις ΗΠΑ και αλλού στην Ευρώπη, οι ελίτ που προωθούν την ιδεολογική ανοσία μέσω της φιλελέθευρης α-εθνικής ομογενοποίησης, η οποία στοχεύει σε μηδενιστική σχετικοποίηση των παραδοσιακών αξιών, δηλαδή στην υποβάθμιση των οικογενειακών δεσμών, στην απαξίωση της έννοιας της πατρίδας και του έθνους και στην απόρριψη της θρησκείας ως ταυτοτικού στοιχείου του σύγχρονου ανθρώπου, έχουν αποκοπεί από την «συντηρητική» πλειοψηφία, η οποία παρακολουθεί με καχυποψία, ως και με εχθρότητα, την αλματώδη πορεία προς ένα τεχνολογικό και πολιτισμικό μέλλον στο οποίο δεν μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα με την εργασία και την πολιτική τους θέση, ενώ ούτε προσδοκούν στην αναλογική διανομή των μερισμάτων της προόδου.

Η πρόσφατη επίθεση της Κυβέρνησης κατά της έννοιας του φύλου (sex) και της οικογένειας, μέσω της νομιμοποίησης του γάμου και της τεκνοθεσίας των ομοφυλοφίλων, φαίνεται ότι έχει πείσει μια σιωπηρή μέχρι τώρα πλειοψηφία, ότι τα νήματα του μελλοντικής πορείας του ελληνικού έθνους κινούνται έξωθεν, με στόχο την αποδυνάμωση και τελικά την ακύρωση των παραδοσιακών ερεισμάτων της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή της παραδοσιακής συνεκτικής οικογένειας, του πατριωτισμού μας και της ορθόδοξης πίστης. Και μόνο η αναφορά αυτών των ερεισμάτων αρκεί για να χαρακτηριστείς "αναχρονιστικός" από τους φιλελέ "φιλοπρόοδους".

Σε αυτό το εύφλεκτο υλικό έριξε σπίθα, με τη δήθεν θαραλλέα υπόμνηση εθνικών ηρώων όσο και εχθρών ο Σμαραγδής, παρουσιάζοντας μέσα από την ταινία του την προσωπικότητα "αγίου-Καποδίστρια" (σεβαστικός υιός, εξιδανικευμένος έρωτας προς μια ευγενή και σεμνή κυρά, φλογερός πατριώτης και βαθύτατα πιστός ορθόδοξος), τον οποίο πολεμούν οι πανταχού παρόντες έξωθεν «κακοί», όσο και οι εσωτερικοί ολετήρες του Έθνους.

Φωνασκεί και κομπάζει στις συνεντεύξεις του ότι τα ίδια με τότε σκοτεινά ξενοκίνητα συμφέροντα, τα οποία συνωμοτούσαν μαζί με τους ντόπιους προεστούς πράκτορές τους για ν’ ακυρώσουν τον Καποδίστρια και ό,τι αυτός πρέσβευε, αυτά επίσης βυσσοδομούν εδώ και σήμερα και κατά του Σμαραγδή!

Δεν πρόκειται για υποβολιμαίο μήνυμα του σκηνοθέτη, συγκαλυμμένο μέσα στη δράση της ταινίας (η απλοϊκότητα των κινηματογραφικών μέσων και των στερεοτύπων που χρησιμοποιεί ο Σμαραγδής κάνει τον στόχο του αφόρητα προφανή). Όπως είπαμε, ο Σμαραγδής μιλά για προσωπικό διωγμό, μετατοπίζοντας έντεχνα την όποια κριτική, από την καλλιτεχνική ποιότητα της ταινίας προς την επίμαχη ιδεολογία του καιρού. Διαχωρίζει το κοινό σε ημετέρους και υμετέρους, φορτίζοντας ηθικά την ταινία. Μ' αυτό το τέχνασμα συμπαρασύρει τους μεν κατά των δε, διαστρέφοντας πονηρά την όποια αντίθεση των "δε" αντιμετώπισε ο ίδιος για λόγους καθαρά κινηματογραφικούς (δεν ήταν μόνον αυτοί), σε εναντίον του ιδεολογική δίωξη.

Γι’ αυτό λοιπόν τα χειροκροτήματα στο τέλος της ταινίας. Του τα προσφέρει θαυμαστικά ένα απαίδευτο κινηματογραφικά κοινό (είναι οι ίδιοι που διασκεδάζουν στις μπουζουκλερί και μασουλάνε αμέριμνα ποπ-κορν καθόσον ο Καποδίστριας αγκαλιάζει στοργικά την κλαίουσα Στούρτζα). Γι’ αυτό οι θριαμβευτικές "ρεβάνς" των χειροκροτούντων στα κοινωνικά δίκτυα εναντίον των επαγγελματιών κριτικών του κινηματογράφου, οι οποίοι σύσσωμοι -και ορθά- βαθμολογούν την ταινία κάτω από τη βάση.

Είναι μόνον ζήτημα ακαλαισθησίας των Νεοελλήνων (το βλέπουμε, το ακούμε, το βιώνουμε παντού γύρω μας αυτό) όσο και κινηματογραφικής και καλλιτεχνικής απαιδευσίας; Πέραν τούτων, νομίζω ότι στις οπαδικές αντιδράσεις αγανάκτησης συντέλεσε και η "ανακάλυψη" του Καποδίστρια από το ευρύτερο κοινό. Διότι δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι όλοι αυτοί που μαθαίνουν σήμερα ιστορία από τον Σμαραγδή έχουν και κάποια συγκροτημένη ιστορική γνώση για την Επανάσταση. Οι περισσότεροι περνάνε από τα θρανία της Βασικής και της Μέσης Εκπαίδευσης συγκρατώντας μόνον όσα λέγονται στους πανηγυρικούς για το '21 κατά τις σχολικές γιορτές. Τα δε βιβλία της Ιστορίας (απ' όσο θυμάμαι και εγώ) δεν μιλάνε εκτεταμμένα για τον θετικό χαρακτήρα του Καποδίστρια, ούτε για το εύρος των επιτευγμάτων του ως Κυβερνήτη (μέσα στις φοβερές αντιξοότητες) και ούτε παρουσιάζουν το πραγματικό μέγεθος της προσωπικότητάς του. Η κυβερνητική του θητεία θεωρείται μια παρένθεση μέχρι να έρθει ο Όθωνας. Από εκεί και μετά η ξενόφερτη βαυαροκρατία γίνεται εύκολος στόχος των ιστορικών. Η προοδευτικότητα και το δημοκρατικό όραμα του Καποδίστρια δεν προβάλλονται όπως τους αξίζει, παρά το ότι γίνεται μνεία της αντίθεσης που συνάντησε από τα κατεστημένα συμφέροντα. Το μήνυμα είναι: εφόσον ήταν "αυταρχικός", σχεδόν νομοτελειακά έπρεπε να αντικατασταθεί· άνθρωπος καλών προθέσεων αλλά ακατάλληλος. Αποφεύγεται το μεγάλο ερώτημα: πώς θα ήταν η Ελλάδα σήμερα αν ο Καποδίστριας αφηνόταν (από ντόπιους και ξένους) να κυβερνήσει σύμφωνα με το δικό του όραμα εθνικής ανεξαρτησίας, οικονομικής προόδου και κοινωνικής δικαιοσύνης;

Συνοψίζοντας, ας διαχωρίσουμε πάντως το καλλιτεχνικό μέρος της ταινίας από το πολιτικό και ιδεολογικό της περιεχόμενο. Ο Σμαραγδής προσπαθεί να μεταφέρει την εστίαση της κριτικής στο δεύτερο, συδαυλίζοντας μια υποβόσκουσα γενική δυσαρέσκεια. Εντούτοις, καλλιτεχνικά και σκηνοθετικά η ταινία είναι παιδαριώδης, επιπέδου σχολικής εορτής. Οι περιπέτειες της χρηματοδότησης, αν και φαίνεται ότι όντως προσέκρουσαν σε ιδεολογικού χαρακτήρα αντιδράσεις από τους ίδιους ανθρώπους που προωθούν ταυτόχρονα την woke agenda, εντούτοις, δεν δικαιολογούν τη χαμηλής ποιότητας σκηνοθετική σύλληψη και εκτέλεση. Πιστεύω ότι όσα χρηματικά μέσα και αν του χορηγούνταν, πάλι μια επιδερμική κιτς ταινία θα έκανε ο Σμαραγδής. Ένας αντιγραφέας αγιογράφος δεν θα κάνει ποτέ του έναν πίνακα υψηλού πνευματικού περιεχομένου, έστω, έναν με κάποια καλλιτεχνική δεξιοτεχνία.

Η υπόθεση «Καποδίστριας» του Σμαραγδή φέρνει όμως στην επιφάνεια, με τρόπο δραματικότερο από ότι περίμεναν, τόσο η σημερινή Κυβέρνηση όσο και οι αλαζονικοί «προοδευτικοί», το αίσθημα υστέρησης, περιθωριοποίησης και προσβολής αξιακού κώδικα που αισθάνεται ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν μετάνιωσα που είδα την ταινία. Εκ των υστέρων μάλιστα, νιώθω ότι όφειλα να την δω, αλλιώς θα νόμιζα και εγώ πως ο Σμαραγδής είχε σοβαρό δίκιο στις καταγγελίες του, αλλά και ότι οι όποιες καλλιτεχνικές αδυναμίες της ταινίας είναι αθέλητες και εξωγενείς.

Έχω όμως τώρα πειστεί για το αντίθετο, ενώ αντιλήφθηκα επίσης το προφανές, ότι δηλαδή η ελληνική κοινωνία είναι σε μεγάλο μέρος της εξοργισμένη με τη σημερινή πολιτική και οικονομική ελίτ.

Τα 9 ευρώ του εισιτηρίου, η ώρα της αναμονής, όσο και το δίωρο της παρακολούθησης, τελικά άξιζαν τον κόπο.

 

 

ΥΓ: Έχω διαβάσει αρκετές σοβαρές κριτικές για τη ταινία (αφήνουμε τα οπαδικά των κοινωνικών δικτύων). Κάποιες είναι εμφανώς ιδεολογικά τοποθετημένες και a priori απαξιωτικές. Αυτή εδώ όμως, στο ΠΟΝΤΙΚΙ, μου αρέσει ιδιαίτερα γιατί μας δίνει και κάποια τεχνικά κινηματογραφικά κριτήρια (για όσους δεν είμαστε ειδικοί), ώστε να καταλάβουμε γιατί η ταινία είναι καλλιτεχνικά απαράδεκτη (από την πλευρά των κινηματογραφικών τεχνικών και μέσων) και γιατί κατλήγει ένα ακαλαίσθητο κινηματογραφικό υποπροϊόν. Στο βασικό της συμπέρασμα, η κριτική αυτή εντοπίζει αυτό που κατάλαβα και εγώ, ότι δηλαδή ο Σμαραγδής -εκ του πονηρού- με τις συνεντεύξεις και τις αιτιάσεις του μετατοπίζει την εστίαση της κριτικής για την ταινία από το χώρο στον οποίο ανήκει (τον κινηματογράφο) προς την ιδεολογική πολεμική και προς την ιερότητα του προσώπου το οποίο βιογραφεί. Συνεπώς και εξ αντανακλάσεως, όλοι οφείλουμε τον απαιτούμενο σεβασμό όχι μόνον στον Κυβερνήτη αλλά και στον Σμαραγδή, και μόνο διότι ανέλαβε την κινηματογραφική εργολαβία της βιογραφίας. Διαβάστε!

Καποδίστριας: Μια ταινία… κι ένα σύμπτωμα | topontiki.gr

Τέχνη, Καποδίστριας, Σμαραγδής, Κινηματογράφος