Ο αρχηγέτης των Ελλήνων ευεργετών!
Απόσπασμα από το βιβλίο μου "Τα επιτεύγματα της ελευθερίας", σελ. 212
Β.9.1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΑΚΗΣ (Ψαρά 1745 – Ζάκυνθος 1825)
Ο Βαρβάκης είναι ο αρχηγέτης των Ελλήνων ευεργετών. Ο πατέρας του, Ανδρέας Λεοντής, ήταν Ψαριανός κουρσάρος, ένα επάγγελμα που ήταν τότε μια σχεδόν έντιμη ασχολία των νησιωτών του Αιγαίου. Κούρσευαν κυρίως γαλλικά και τουρκικά πλοία για λογαριασμό των Άγγλων και των Ολλανδών.
Ο μικρός Λεοντίδης φαίνεται ότι ξεχώριζε για την ενεργητικότητα, τη σβελτάδα και το άγριο βλέμμα του, σαν αυτό του βαρβακιού, ενός είδους γερακιού. Γι’ αυτό και του έδωσαν το παρωνύμι «Βαρβάκης». Το παρατσούκλι τού άρεσε και όταν μεγάλωσε το κράτησε με καμάρι για επώνυμο.
Από 17 χρονών είχε αποκτήσει το δικό του καράβι και δούλευε για λόγου του πια [1]. Ήταν από τους πρώτους Έλληνες που έτρεξαν να ενωθούν με τον ρωσικό στόλο στα Ορλωφικά το 1770 και διακρίθηκε σε αποστολές αναγνώρισης και καταδρομής ως κυβερνήτης πυρπολικού. Με την τόλμη και την ορμητικότητά του έπαιξε κρίσιμο ρόλο στην αποφασιστική ναυμαχία του Τσεσμέ τον Ιούνιο του 1770, στην οποία πυρπολήθηκε ο τουρκικός στόλος. Σε αναγνώριση της συμβολής του, με έγγραφο υπογεγραμμένο από τη Μεγάλη Αικατερίνη, οι Ρώσοι τον ονόμασαν υπολοχαγό του Ρωσικού στρατού, μεγάλη τιμή για ξένο υπήκοο. Οι Τούρκοι από την πλευρά τους τον προέγραψαν.
Σαν τον κεφαλαιούχο που διπλασιάζει τις επενδύσεις μετά το πρώτο κέρδος, έτσι και ο Βαρβάκης εκποίησε όλη του την περιουσία –δανείστηκε και από πάνω– ναυπηγώντας προς το τέλος του πολέμου μια φριγαδέλα, ένα εντυπωσιακά μεγάλο καράβι για τα δεδομένα των Ψαριανών. Όμως ο πόλεμος έληξε ξαφνικά το 1774 με την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή.
Δεν θα ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ο ριψοκίνδυνος κουρσάρος θα βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού. Κάθε φορά όμως αυτός απαντούσε στον κίνδυνο και στην πρόκληση ορμώντας «πρόσω ολοταχώς». Η Συνθήκη πρόσφερε άλλωστε προνόμια που μπορούσε να εκμεταλλευτεί με το επικερδές εμπόριο σιτηρών από τη Νέα Ρωσία, δηλαδή τις περιοχές της σημερινής νότιας Ουκρανίας που είχε κατακτήσει η Μεγάλη Αικατερίνη.
Έφυγε με τη φριγαδέλα του για την Κωνσταντινούπολη με σκοπό να την πουλήσει, αφού θα έδινε πρώτα το παρών στο ρωσικό προξενείο. Χωρίς να το καλοσκεφτεί, έμπαινε στο στόμα του λύκου χωρίς προφύλαξη. Οι Τούρκοι τον εντόπισαν και κατέσχεσαν το εντυπωσιακό καράβι του. Έμεινε από τη μια στιγμή στην άλλη κυριολεκτικά απένταρος, αλλά τουλάχιστον ζωντανός. Με τη βοήθεια του Ρώσου πρόξενου διέφυγε τη σύλληψη και μπάρκαρε μεταμφιεσμένος για να πάει να ζητήσει αποζημίωση και αποκατάσταση από την ίδια την Αυτοκράτειρα. Ήταν δείγμα του πώς χειριζόταν τις οριακές καταστάσεις.
Αποβιβάστηκε εκεί όπου αργότερα η Τσαρίνα θα ίδρυε το 1794 την ιστορική για το Έθνος μας πόλη της Οδησσού. Ξεκίνησε μέσα στον ρωσικό χειμώνα για την Αγία Πετρούπολη με τρία μόνο ρούβλια στην τσέπη του. Επρόκειτο για φυσικό άθλο του αιγαιοπελαγίτη ναυτικού στον ξένο και παγερό τόπο, καθώς χωρίς ρουχισμό και χρήματα έκανε τα 5.000 χιλιόμετρα της απόστασης με τα πόδια! Μετά από μήνες έφτασε ρακένδυτος στην πρωτεύουσα, όπου ευτυχώς τον περιέθαλψε κάποιος Αρμένης που ήξερε γι’ αυτόν και ένας Έλληνας καταστηματάρχης που του έδωσε ρούχα να φορέσει [2].
Απτόητος, ξεκίνησε να βρει την ίδια την Τσαρίνα (!) που η αυλή της βρισκόταν ακόμα 50 χιλιόμετρα μακρύτερα, στο Τσάρσκογιε Σελό, τα θερινά ανάκτορα κοντά στην Αγία Πετρούπολη. Τρεις φορές προσπάθησε να εισέλθει και τρεις φορές του έκλεισαν την πόρτα οι αυλικοί. Μετά την αποτυχία του και κατά την επιστροφή στην πρωτεύουσα, στάθηκε αποκαμωμένος σε ένα πανδοχείο.
Θυμωμένος όπως ήταν με την τύχη και τους αυλικούς, άρχισε να καταριέται και να βρίζει στα ελληνικά. Στο πανδοχείο όμως βρισκόταν και ο πρίγκιπας Ποτέμκιν, ο Ρώσος στρατηλάτης και παλιός εραστής της Τσαρίνας. Η τύχη του Βαρβάκη φαίνεται ότι γύρισε ξαφνικά, καθώς ο Ποτέμκιν –που είχε μελετήσει κλασικά έργα στην αρχαία ελληνική– είχε για γραμματέα έναν Έλληνα από τον οποίο ζήτησε να του συστήσει τον Βαρβάκη.
Αυτό ήταν. Την άλλη μέρα είχε ακρόαση με την Τσαρίνα, η οποία είχε ήδη μάθει ποιόν είχε μπροστά της. Με μεγαθυμία τού χάρισε τον τίτλο του ανθυποπλοιάρχου του Ρωσικού στόλου, το δικαίωμα της ατελούς αλιείας στην Κασπία, χίλια χρυσά ρούβλια για το καράβι που του κατέσχεσαν, όπως και τη ρωσική υπηκοότητα. Ήταν πια ο Ιβάν Αντρέγιεβιτς Βαρβάτσι. Λέγεται ότι η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς και ο Βαρβάκης ήταν αξεπέραστος σε τόλμη και επιμονή. Κατευθύνθηκε στο Αστραχάν της Κασπίας για να στραφεί έτσι από τις κουρσάρικες επιχειρήσεις στις επιχειρηματικές δράσεις.
Αμέσως καινοτόμησε: σε μια εποχή που οι Ρώσοι ευγενείς είχαν «ψυχές» στη δούλεψή τους –δηλαδή δουλοπάροικους που είχαν δικαίωμα μόνο στην τροφή και στα λίγα προσωπικά τους υπάρχοντα– ο Βαρβάκης προσέλαβε στη δούλεψή του εργάτες με μισθό και με αμοιβή ανάλογη με την προσπάθειά τους. Έγινε πλούσιος με την αλιεία και το εμπόριο παστών ψαριών της Κασπίας αλλά και διάσημος για μια δική του ανακάλυψη. Μια μέρα που είδε έναν μουζίκο να τρώει το ταπεινό του κολατσιό, κάτι μαύρα αυγά ψαριών που τα έβαζε πάνω στο ψωμί [3], ζήτησε να δοκιμάσει κι ο ίδιος. Κατάλαβε αμέσως –μαθημένος αυτός στις θαλασσινές γεύσεις– την αξία του εδέσματος.
Δεν έφτανε όμως η ανακάλυψη της γεύσης [4]. Ο Βαρβάκης βρήκε και τον τρόπο να διατηρεί το χαβιάρι στην άλμη, μέσα σε βαρέλια από ξύλο τριανταφυλλιάς. Πέτυχε δηλαδή καινοτομίες στην παραγωγή, στην παρουσίαση, στη διανομή τελικά στην τοποθέτηση ενός προϊόντος, την αξία του οποίου αυτός ανακάλυψε και την αγορά του οποίου αυτός δημιούργησε.
Έγινε σύντομα πάμπλουτος και πασίγνωστος. Ως ο πλουσιότερος ίσως άνθρωπος της Ρωσίας του καιρού, έγινε και πρόεδρος των ευγενών του Αστραχάν. Ήταν μια καταπληκτική διαδρομή που δεν μπορούσε να προβλέψει ο Ανδρέας Λεοντής όταν αντίκρυσε το νεογέννητο γιο του πριν πενήντα τόσα χρόνια, επιστρέφοντας στο ξερονήσι του μετά από καταδρομή στη Μπαρμπαριά!
Μετά το 1812 ο Βαρβάκης εγκαταστάθηκε στο Ταγκανρόγκ της Αζοφικής (εξελληνισμένα, Ταϊγάνι), όπου υπήρχε ακμαία ελληνική κοινότητα [5] και όπου το κλίμα ήταν καλύτερο από τα έλη της Κασπίας. Βρισκόταν στο ζενίθ της επιχειρηματικής του ζωής. Τον απασχολούσε πλέον πώς θα ξοδέψει για καλό σκοπό την περιουσία του, παρά πώς θα τη μεγαλώσει κι άλλο.
Οι ευεργεσίες του είχαν ήδη ξεκινήσει από το Αστραχάν, όπου έχτισε νοσοκομείο και μια γέφυρα. Κατάφερε ακόμα να διανοίξει μια ολόκληρη διώρυγα, κάτι που ο ίδιος ο Μέγας Πέτρος παλαιότερα είχε αποτύχει να κατασκευάσει [6].
Χρηματοδότησε επίσης την ανέγερση διδακτηρίου στη Σινασό –την παλιά Ναζιανζό της Καππαδοκίας– πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Είναι χαρακτηριστικό της εθνικής συνοχής, συνοχής –παρά την τεράστια γεωγραφική διασπορά του Ελληνισμού– ότι ένας Ψαριανός ξενιτεμένος στη Ρωσία ασχολούνταν με ευεργεσίες για τους Έλληνες της Καππαδοκίας. Η παρακίνηση ήταν βέβαια του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄, ο οποίος τον παρασημοφόρησε γι’ αυτή τη χριστιανική ευεργεσία, δίνοντάς του τίτλο ευγενείας με το επίθετο «Κομνηνός Βαρβάκης», όπως και το δικαίωμα να φέρει δικό του οικόσημο.
Από το Ταϊγάνι ο Βαρβάκης χρηματοδοτούσε τον Λόγιο Ερμή, φιλολογικό περιοδικό που εκδιδόταν στη Βιέννη μεταξύ 1811 και 1821 με διευθυντή τον Άνθιμο Γαζή. Το σημαντικό αυτό έντυπο ήταν μια ιδέα του Κοραή και είχε σκοπό την ενίσχυση της επικοινωνίας μεταξύ του λόγιου Ελληνισμού της Διασποράς.
Ο Βαρβάκης έγινε επίσης ένα από τα πρώτα μέλη της Φιλικής Εταιρείας στη γειτονική Οδησσό και βασικός της χρηματοδότης (ήταν ο μόνος ο οποίος αναφερόταν με το όνομά του στα αρχεία της Εταιρείας).
Στα ύστερα χρόνια της ζωής του ο νους του μεγιστάνα γύριζε όλο και πιο συχνά πίσω στην Πατρίδα. Όταν ζύγωσε η ώρα του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, ο Βαρβάκης εξόπλισε με έξοδά του τους ομογενείς που πολεμούσαν με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Έστειλε επίσης αργότερα χρήματα στον Οικουμενικό Πατριάρχη για να εξαγοράσει Έλληνες αιχμαλώτους. Ο Βαρβάκης βοήθησε ιδιαίτερα τον αγώνα των συμπατριωτών του Ψαριανών. Μετά την πρώτη καταστροφή το 1822, έστειλε φορτία σιταριού και άλλα εφόδια στο νησί.
Δεν κρατιόταν όμως πια να μην ξαναδεί τον τόπο του και αποφάσισε να κατέβει ο ίδιος στην εμπόλεμη Ελλάδα. Πέρασε πρώτα από την Τεργέστη για να εφοδιαστεί και μετά να μεταφέρει στα Ψαρά τα φορτία με ρουχισμό και εφόδια που αγόρασε για τους συμπατριώτες του. Φτάνοντας στην Ελλάδα το 1824 σε προχωρημένη ηλικία, έμαθε για τη δεύτερη καταστροφή του νησιού και έτσι αναγκάστηκε να κατευθυνθεί στη Μονεμβασιά, όπου είχαν βρει καταφύγιο οι περισσότεροι πρόσφυγες Ψαριανοί. Εκεί μοίραζε τα εφόδια που είχε προμηθευτεί γι’ αυτούς με τα ίδια του τα χέρια.
Μετά πήγε στο Ναύπλιο, όπου δήλωσε στην Κυβέρνηση πως κατέθεσε χρήματα σε τράπεζα της Ρωσίας για την ανέγερση σχολείων στην Ελλάδα (ένα εκατομμύριο γαλλικά φράγκα, ποσό τεράστιο για την εποχή) [7]. Κατά την παραμονή του στο Ναύπλιο, με ψήφισμα του Βουλευτικού ονομάστηκε «Μέγας Ευεργέτης του Έθνους». Πρόλαβε έτσι να τιμηθεί από την Πατρίδα εν ζωή.
Κατά την επιστροφή του στη Ρωσία πέρασε από την αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο και γνώρισε εκεί τον Σολωμό. Δυστυχώς για αυτόν και για την Πατρίδα, εκεί νόσησε από λοιμώδη νόσο και εξέπνευσε στο λοιμοκαθαρτήριο του νησιού στις 12 Ιανουαρίου του 1825.
Με τη διαθήκη του που είχε συντάξει δύο μέρες πριν, κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στο Ελληνικό Δημόσιο για την ίδρυση Λυκείου (το περίφημο Βαρβάκειο), για την εξαγορά αιχμαλώτων, καθώς και για άλλους κοινωφελείς σκοπούς.
Ήταν ένα πραγματικό βαρβάκι: έβλεπε τον στόχο από μακριά, εστίαζε πάνω του με ένταση, αποφάσιζε γρήγορα και άσφαλτα για την κατάλληλη στιγμή της εφόδου και εφορμούσε με τρομερή ταχύτητα πάνω του. Αυτός ο μεγάλος Έλληνας, ο κουρσάρος, ο πολεμιστής, ο επιχειρηματίας, ο ευεργέτης, είναι μια μυθιστορηματική σύνθεση τόλμης, ορμής και αντοχής, οράματος και εξυπνάδας, καινοτομίας και επιμονής. Επιπλέον και πάνω από όλα αυτά, ήταν φιλόπατρις και φιλάνθρωπος.
Ο Βαρβάκης είναι ο αληθινός πατριάρχης των Ελλήνων μεγιστάνων του πλούτου και της μακριάς αλυσίδας των Ελλήνων Ευεργετών.
Σημειώσεις:
[1]: Τα ρωσικά αρχεία τον περιέγραφαν αργότερα ως «αεικίνητο κουρσάρο».
[2]: Το περίφημο δίκτυο των Ελλήνων είχε ήδη αρχίσει να ξεδιπλώνεται.
[3]: Το μαύρο αυγοτάραχο μέχρι τότε το έτρωγαν μόνο οι φτωχοί στη Ρωσία και αλλού, σαν αποφάγια από τα ψάρια που έτρωγαν οι πλούσιοι.
[4]: Οι Βυζαντινοί εκτιμούσαν το αυγοτάραχο της Αζοφικής από τον 10ο αιώνα και κατά μία εκδοχή –Ετυμολογικό Λεξικό Μπαμπινιώτη– η λέξη χαβιάρι προέρχεται από το «ταριχαβγ(ι)άριν», δηλαδή τα ταριχευμένα αβγά ψαριού.
[5]: Σημάδι της πρωτοπόρας παρουσίας της ελληνικής Διασποράς στις νέες περιοχές που κατέκτησε από τους Τατάρους η Μεγάλη Αικατερίνη, είναι ότι ο Δήμαρχος ήταν Έλληνας κεφαλλονίτικης καταγωγής και ονομαζόταν Τυπάλδος.
[6]: Αυτός όμως μεταχειριζόταν τους υπηκόους του σαν αναλώσιμους δουλοπάροικους.
[7]: Απώτερος στόχος του ήταν να χρηματοδοτήσει εξ ολοκλήρου τον αγώνα ώστε να μη χρειαστεί η Κυβέρνηση να δανειστεί και με αυτόν τον τρόπο υποθηκεύσει την ανεξαρτησία του μελλοντικού Κράτους.
Διαβάστε επίσης το πολύ ενδιαφέρον κάτωθι άρθρο για την περιπέτεια των οστών του Βαρβάκη!
Τα επιτεύγματα της ελευθερίας, Προσωπικότητες, Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, Βαρβάκης Ι., Χαβιάρι