Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Ο ηνίοχος Κυβερνήτης!

Απόσπασμα από το βιβλίο μου "Τα επιτεύγματα της ελευθερίας", σελ. 49

Α.7. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ: O Πρώτος Κυβερνήτης, ο Νους του Κράτους (Κέρκυρα 1776 – Ναύπλιο 1831)

 

Ο Κυβερνήτης! Αυτός είναι ίσως o πιο ακριβόλογος χαρακτηρισμός της οργανωτικής μεγαλοφυίας του Καποδίστρια. Ο Πρώτος της Ελλάδος, ίσως και ο μέγιστος, αλλά σίγουρα ο πιο τραγικός. Σε αυτόν πρόσπεσαν οι επαναστατημένοι Έλληνες όταν πια απόκαμαν από τον άνισο αγώνα και από την εσωτερική διχόνοια, ώστε να αναλάβει αυτός τη διακυβέρνηση της καμένης –στην κυριολεξία– γης που του παρέδιναν.

Ήταν ο λαμπρότερος Έλληνας της εποχής, αναγνωρισμένος ως προς την αξία της διάνοιας, του ήθους και του πνεύματος από τους κορυφαίους διπλωμάτες της εποχής και από τους Αυτοκράτορες, αλλά –παράξενo– ακόμα και από τους τραχείς καπεταναίους του Αγώνα και τους κλεφταρματολούς του βουνού.

Η λεπτή και ευγενική του φυσιογνωμία, με τα ορθάνοικτα μεγάλα μάτια κάτω από τα καλοσχηματισμένα τοξωτά φρύδια, απέπνεε ήρεμη δύναμη και ευφυΐα. Η επιβολή του πήγαζε από φυσική αρχοντιά, από σπάνια ισορροπία πνεύματος και ήθους, αυτή που βλέπουμε στα μάτια του Δελφικού Ηνίοχου μόνο. Γιατί και αυτός βρέθηκε ηνίοχος πάνω σε δυσκυβέρνητο άρμα, σε ανελέητο ανταγωνισμό με σκληρούς αντιπάλους και σε κακοτράχαλο στίβο. Στάθηκε όμως πάνω στο άρμα με την ευγενή αξιοπρέπεια του Ηνίοχου, ίδια ήρεμος και αποφασισμένος για την πορεία, ίδια ανέγγιχτος στην ψυχή από την ένταση και τη βία γύρω.

Ήταν αρχοντογεννημένος, από πατέρα εξελληνισμένης και ορθόδοξης οικογένειας ιταλικής καταγωγής, ενώ η μητέρα του ήταν Κύπρια, από μεγάλη οικογένεια και αυτή. Ο μικρός κόμης γεννήθηκε και μεγάλωσε σε περιβάλλον χλιδής. Σε παρόμοια υλική άνεση και κοινωνική προβολή βρέθηκε και στα χρόνια της ωριμότητας, τότε πλέον στα πιο επίσημα σαλόνια των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Αυτός όμως παρέμεινε πάντα σεμνός, λιτοδίαιτος και ασκητικός. Έλαμψε με την ευφυΐα του στην αυλή του Τσάρου, ο οποίος τον έκανε Υπουργό του των Εξωτερικών. Ακόμη και όταν ο Καποδίστριας έχασε την εύνοια του πεισματάρη και στενόμυαλου Αυτοκράτορα, καθώς αρνούνταν να γίνει άβουλο όργανο των αποφάσεών του, προβάλλοντας ως υπέρτατο κριτήριο της βούλησης και της συνείδησής του την ελληνική του καταγωγή, ακόμη και τότε ο Τσάρος συνέχισε να τον εκτιμά, διακρίνοντάς τον από όλους τους αυλικούς του, ως άνθρωπο γενναίο, ακέραιο και πνευματώδη.

Τα αρχοντόπουλα του καιρού δεν έκαναν άλλο παρά να χαίρονται μια επικούρεια ζωή, απολαμβάνοντας τα κοινωνικά και οικονομικά προνόμια που κληρονόμησαν. Ο Καποδίστριας όμως, από νεαρός, με τη βαθιά θρησκευτικότητα και την αίσθηση αποστολής που τον χαρακτήριζε έβαλε στόχο να βοηθά τους ανθρώπους στη φτώχεια και στην αρρώστια. Όταν επέστρεψε στην Κέρκυρα μετά τις σπουδές του –σπούδασε γιατρός στην Ιταλία– ασχολήθηκε και συστηματικά με τη φιλανθρωπία, ενώ δεν δεχόταν αμοιβή από τους φτωχούς

συμπατριώτες του. Με τη φυσική του κλίση στην οργάνωση και τη διακυβέρνηση έβαζε πάντα στόχο να βελτιώνει την κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή των ανθρώπων, ακόμα και των εθνών συλλογικά, ενεργώντας με τη σταθερή πεποίθηση ιεραπόστολου.

Είναι μακρύς ο κατάλογος, αλλά αξίζει να αναφέρει κανείς τα πολιτικά του κατορθώματα, ώστε να καταδείξει το μέγεθος του άνδρα που ανέλαβε τη μαρτυρική αποστολή του Πρώτου Κυβερνήτη. Το Σύνταγμα της Επτανήσου Πολιτείας [1] του 1803 ήταν δικό του πνευματικό δημιούργημα, όταν νεότατος ακόμη εκλέχθηκε από τους πρεσβύτερούς του άρχοντες ως νέος πολιτικός προεστός της ιδιαίτερης πατρίδας του. Ο πατέρας του παραιτήθηκε από τη θεσμική του θέση υπέρ του γιου, όταν αναγνώρισε την πολιτική του ιδιοφυΐα.

Σε μια πολύ δύσκολη ειδική αποστολή, ο νεαρός κόμης στάλθηκε από την Επτάνησο Πολιτεία το 1807 για να οργανώσει την άμυνα της Λευκάδας απέναντι στον Αλή Πασά. Ο λεπτεπίλεπτος άρχοντας βρέθηκε εκεί να στήνει τάβλες με ψητά και να παρακάθεται σε ένα ομηρικό συμπόσιο μαζί με τον Κατσαντώνη, τον Μπότσαρη, τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους καπεταναίους που συγκεντρώθηκαν εκεί στο κάλεσμά του. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι άντρες του βουνού παραδέχθηκαν ότι το σεμνό αρχοντόπουλο είχε τη στόφα του φυσικού ηγέτη, όχι γιατί έφερε τον τίτλο του κόμη, αλλά για την αύρα που ανέδιδε η παρουσία του, για τη στέρεη λογική, για τον ήμερο, σεβαστικό του λόγο και για την ανεξήγητα πρόωρη ωριμότητα.

Μετά τη διάσωση του νησιού, ο Καποδίστριας αποδέχθηκε την πρόταση των Ρώσων –που μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ το 1807 αποχωρούσαν από τα Επτάνησα παραχωρώντας τα στους Γάλλους– για να ενταχθεί στο δικό τους Διπλωματικό Σώμα, παρά το ότι οι Γάλλοι του πρόσφεραν επίσης αντίστοιχο τιμητικό αξίωμα. Λόγω των ξεχωριστών του ικανοτήτων ανήλθε ταχύτατα την ιεραρχική κλίμακα του Διπλωματικού Σώματος και έγινε ένας από τους κορυφαίους αξιωματούχους του Τσάρου.

Σύντομα διέπρεψε σε τέτοιο βαθμό στη διεθνή διπλωματία της εποχής –η οποία θεωρείται σήμερα κομβική στην ιστορία των διεθνών σχέσεων– ώστε με την επιρροή του κατάφερε να ευεργετήσει με άμεσο και διαχρονικό τρόπο την πολιτική ιστορία των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών.

Δική του πνευματική σύλληψη ήταν η θεμελίωση του ομοσπονδιακού συστήματος της Ελβετίας και η θεσμοθέτηση της ουδετερότητάς της, αποστολή που του ανατέθηκε από τον Τσάρο το 1813 ώστε να αποτρέψει τη ναπολεόντεια επιρροή στα Ελβετικά καντόνια. Γι’ αυτή τη συμβολή του στην ομοσπονδιακή και συνταγματική τους ιστορία οι Ελβετοί τον τιμούν σήμερα ως εθνικό τους ήρωα.

Στο συνέδριο των νικητών του Βατερλώ το 1815 εισηγήθηκε στον νικητή Τσάρο πολιτική μεγαθυμίας, ώστε να διασωθεί η εδαφική ακεραιότητα και η εθνική συνοχή της ηττημένης Γαλλίας, όταν οι υπόλοιποι εκδικητικοί νικητές της τήν έσερναν αδυσώπητα στην κλίνη του Προκρούστη προς εδαφικό ακρωτηριασμό. Έκρινε έτσι με διορατικότητα ότι το κοινό συμφέρον του Τσάρου και των Γάλλων ήταν μια Γαλλία ενιαία και μεγάλη. Οι Γάλλοι του οφείλουν πολλά για τη διάσωση της ακεραιότητας της πατρίδας τους.

Με αφορμή το θέμα της κατοχής της ηττημένης Γαλλίας, εισηγήθηκε πάλι τη δημιουργία μιας Πανευρωπαϊκής Συνεννόησης ως διαιτητικού οργάνου των ευρωπαϊκών ζητημάτων. Σε αυτό το όργανο ακόμα και τα μικρότερα κράτη θα είχαν θεσμική παρουσία και φωνή (θα ήταν δηλαδή ο αληθινός πρόδρομος της Ευρωπαϊκής Ένωσης!). Η ιδέα του Καποδίστρια θα έπαιρνε τελικά άλλα 142 χρόνια για να ευδοκιμήσει.

Προσπάθησε να πείσει τον πάντα επιφυλακτικό, ευμετάβλητο και ανασφαλή Τσάρο Αλέξανδρο, ώστε να υποστηρίξει την απελευθέρωση των βαλκανικών λαών από τον τουρκικό ζυγό, προτείνοντας τη δημιουργία νέων ορθόδοξων κρατών κάτω από την ηγεμονία της μεγάλης Ορθόδοξης Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Δυστυχώς, ο Τσάρος δεν πείστηκε να αναλάβει εκ νέου στρατιωτική σταυροφορία ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιατί στο πνεύμα της Ιεράς Συμμαχίας με την Πρωσία και την Αυστρία, κάθε σκέψη για αλλαγή συνόρων μέσω εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων ήταν απαράδεκτη, ακόμα και αν επρόκειτο για τους χριστιανούς υπήκοους των Τούρκων.

Ο Καποδίστριας συνεχώς παρουσίαζε στο διπλωματικό προσκήνιο νέες ιδέες που βρίσκονταν μπροστά από τον καιρό του. Παντού ο νους του αναζητούσε την εξισορρόπηση της δύναμης με τη λογική και τη διαλλακτικότητα. Συνεχώς στόχευε και παρότρυνε προς την πρόοδο, τη δικαιοσύνη και την ειρήνη. Ο Μέττερνιχ, που ήταν ο κυρίαρχος ογκόλιθος της τότε ευρωπαϊκής διπλωματίας, ομολόγησε με σπάνια ειλικρίνεια πως μόνο ο Καποδίστριας παρουσίαζε ένα αντάξιό του πολιτικό αντίβαρο: σε διπλωματικούς ελιγμούς, σε γεωστρατηγικό όραμα και σε επιρροή πολιτικής σκέψης.

Όταν τελικά ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να στρέψει τον Τσάρο μακριά από τη συντηρητική γραμμή του Μέττερνιχ και υπέρ του αγώνα για την απελευθέρωση της Πατρίδας του, τότε ζήτησε να παραιτηθεί από τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών. Ο Τσάρος δεν δέχθηκε, παρά μόνο τού έδωσε απεριόριστη άδεια «για λόγους υγείας». Δεν παραδεχόταν να αποστρατεύσει έναν άνθρωπο τέτοιας ευφυΐας και ηθικής αξίας.

Έζησε από το 1822 ως το 1827 στη Γενεύη, μάλλον ήρεμα για τα μέτρα του· πάντα λιτά, πάντα με το βλέμμα στραμμένο στο Έθνος του που έδινε τον υπέρτατο αγώνα. Ο ίδιος δεν πίστευε ότι οι συνθήκες είχαν ωριμάσει. Δεν είχε δεχθεί την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας όταν του την πρότειναν· ούτε την πρόδωσε όμως. Πίστευε σε μια έξωθεν βοήθεια –του Τσάρου– και προέβλεπε ότι αυτή θα ζητούνταν όταν ο λαός θα είχε πρώτα ανέβει σε μορφωτική στάθμη και πολιτική αυτοσυνείδηση.

Τον πρόλαβε όμως ο χείμαρρος που φούσκωσε στα σπλάχνα του σκλαβωμένου Γένους, παρά τις λογικές προβλέψεις και τους υπολογισμούς του. Από την αυτοεξορία του στη Γενεύη έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να συγκινήσει τους ευρωπαίους, να συντονίσει τους φιλέλληνες και για να στηρίξει υλικά και ηθικά τον Αγώνα.

Ώσπου ήλθε το κάλεσμα από το παραπαίον και καταρρακωμένο Έθνος να του ζητήσει να αναλάβει αυτός τις τύχες της Πατρίδας στην πιο κρίσιμη ώρα, όταν η πραγματική ανεξαρτησία δεν είχε ακόμη κερδηθεί. Καταλάβαινε τι τον περίμενε και έγραφε στον φίλο του, τον Ελβετό τραπεζίτη Εϋνάρδο: «…η κάθοδός μου στην Ελλάδα, σημαίνει άνοδο εις τον Γολγοθάν μου…». Δεν θα μπορούσε να προφητέψει με μεγαλύτερη ακρίβεια το μέλλον του: άφησε την άνεση, την ασφάλεια, την καθολική αναγνώριση και τον σεβασμό των μεγάλων του καιρού, για να δεχθεί στην ίδια την Πατρίδα του –σχεδόν πανταχόθεν– ραπίσματα, συκοφαντία, ηθική διαβολή και στο τέλος, βίαιο θάνατο.

Το σκηνικό της αντίθεσης στη διακυβέρνησή του, τόσο των ντόπιων κατεστημένων συμφερόντων όσο και των ξένων –που συνασπίστηκαν με αυτά και τα έκαναν όργανά τους για τους δικούς τους σκοπούς– ήταν δραματικό, καθώς πριν ακόμη σβήσουν οι φωτιές της καταστροφής ξέσπασε αγώνας για εξουσία πάνω στα αποκαΐδια.

Ήταν ένας σκληρός ανταγωνισμός των αρχομανών ηγετίσκων –συδαυλισμένοι από τους ξένους– για οικονομικά και πολιτικά προνόμια πάνω σε ό,τι απέμεινε όρθιο. Αντιπαρατάχθηκαν μεταξύ τους η τάξη των παλιών τοπικών προνομιούχων –κοτζαμπάσηδες, μαθημένοι αυτοί στην καθημερινή συνδιαλλαγή με το ντοβλέτι και ικανοποιημένοι με τη στασιμότητα–, με τους επιτήδειους επήλυδες –Φαναριώτες οι περισσότεροι, καλλιεργημένοι και εξόχως ικανοί, αλλά καιροσκόποι, φιλόδοξοι και αλαζόνες–, μαζί με όσους ντόπιους έγιναν γρήγορα οι πρόθυμοι πράκτορες των ξένων συμφερόντων –η αληπασαλίδικη σχολή του Κωλέτη και οι λοιπές νεόκοπες ξενόδουλες φατρίες. Όσο για τους πολεμιστές του Αγώνα, αυτοί είχαν αποκάμει από το τουφεκίδι με τους Τούρκους· ούτε μπορούσαν άλλωστε να ανταγωνιστούν όλους αυτούς στις πολιτικές «τέχνες» της ίντριγκας και της δολοπλοκίας.

Αυτοί οι «πολιτικοί» έδωσαν μεταξύ τους λυσσαλέα μάχη, όχι για τη λαφυραγώγηση του κινητού πλούτου που άφησαν πίσω τους οι Τούρκοι –αυτός είχε ήδη πλιατσικολογηθεί– αλλά για την κατοχύρωση δικαιωμάτων έναντι του όποιου μελλοντικού και πάντως ακόμα αβέβαιου εθνικού εισοδήματος (τελωνεία, φορολογία κ.λπ.).

Μέσα σε αυτή τη μανιασμένη θάλασσα ο Κυβερνήτης στάθηκε πάλι φύλακας των συμφερόντων των αδυνάτων. Η συνέπεια του ανθρώπου ως σκαπανέα προόδου, εισηγητή δικαιοσύνης και θεμελιωτή κοινωνικής ισορροπίας, φαίνεται μέσα από τις κατευθύνσεις της πολιτικής του δράσης και από τα επιτεύγματά του (μερικά δυστυχώς εφήμερα), κατά τη διάρκεια της σχεδόν τετράχρονης διακυβέρνησής του.

Πρώτα και κύρια, οι χειρισμοί του διπλωμάτη παγκόσμιας κλάσης ανέτρεψαν τους σχεδιασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων και απέτρεψαν τη δημιουργία μιας μικρής αυτόνομης αλλά υποτελούς στον Σουλτάνο Ελλάδας, ή έστω, μιας θνησιγενούς εξαρτημένης Ελλάδας του Μοριά μόνο και των Κυκλάδων. Τα σύνορα του νέου Κράτους έφτασαν –και αυτό σήμερα φαντάζει λίγο– στον Αμβρακικό, στη Ρούμελη και στην Εύβοια· εκεί δηλαδή που τα πήγε η διπλωματική επιδεξιότητα του Καποδίστρια, κεφαλαιοποιώντας αυτός –ευτυχώς– τις θυσίες των κλεφταρματωλών που είχε δεξιωθεί στη Λευκάδα κατά τη σύναξη του 1805 και των επιγόνων τους που πολέμησαν στον Αγώνα.

Μεγάλα εσωτερικά πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά του επιτεύγματα και καινοτομίες είναι τα ακόλουθα: η περίθαλψη των ορφανών του Αγώνα (το Ορφανοτροφείο της Αίγινας) και η εξαγορά των εξανδραποδισμένων Ελλήνων από τα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας (ως πρωταρχικό εθνικό και χριστιανικό του καθήκον)· η ανάπτυξη της οικονομίας με την εισαγωγή γεωργικής τεχνογνωσίας και νέων καλλιεργειών μέσω της ίδρυσης Γεωργικής Σχολής· η εγκαθίδρυση της τραπεζικής πίστης με την Εθνική Χρηματιστηριακή Τράπεζα μέσα από την έκδοση νέου νομίσματος (του Φοίνικα), μαζί με την ίδρυση του πρώτου Ασφαλιστικού Οργανισμού για το εμπόριο στη Σύρο· η θεμελίωση της νέας κρατικής δομής με βάση τη γεωγραφία, διατηρώντας όμως τις δημογεροντίες· η εγκαθίδρυση βασικών κρατικών θεσμών (Δικαστήρια, Ταχυδρομείο, Εθνικό Τυπογραφείο, Εθνική Βιβλιοθήκη κ.α.)· η δημιουργία τακτικού στρατού με την ίδρυση της Σχολής Ευελπίδων, απορροφώντας στις τάξεις του νέου στρατεύματος τους άτακτους και απελπισμένους απόστρατους του Αγώνα, μισθοδοτώντας και έτσι πειθαρχώντας τους· η καταπολέμηση της πειρατείας με τη δύναμη της πειθούς [2], φιλοτιμώντας με τα λόγια τους παρανομούντες λόγω οικονομικής εξαθλίωσης ναυτικούς· η θέσπιση αυστηρών νόμων κατά της αρχαιοκαπηλίας για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς των επόμενων γενιών και η ίδρυση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου· η δημιουργία Υγειονομείων στα λιμάνια, καθώς και λοιμοκαθαρτηρίων για τη βελτίωση της υγείας του λαού (γιατρός άλλωστε και ο ίδιος).

Κύρια μέριμνά του ήταν η ηθική και πνευματική αναγέννηση του Έθνους μέσα από την Παιδεία. Στήριξε τα αλληλοδιδακτικά σχολεία στη βασική εκπαίδευση, ευελπιστώντας ότι σύντομα θα τροφοδοτούσαν την ίδρυση Πανεπιστημίου. Μερίμνησε και για την επιμόρφωση του Κλήρου, του οποίου η εκπαίδευση είχε δυστυχώς ατροφήσει μετά από τόσους αιώνες σκότους, με την ίδρυση Εκκλησιαστικής Σχολής στον Πόρο.

Μπορεί να συνεχίσει κανείς ακόμα σε μάκρος την αφήγηση των ευεργετημάτων του. Καμιά δημιουργική προσπάθεια όμως δεν γινόταν χωρίς δυσκολίες και αντιδράσεις: υπήρχε η εγκατεστημένη πολιτική και κοινωνική αδράνεια, απόρροια του κλίματος αποτελμάτωσης της ύστερης Οθωμανικής εξουσίας· υπήρχε ο ανταγωνισμός από αντίπαλες πολιτικές ιδέες, ορισμένες από αυτές με σύγχρονη και προοδευτική λογική, ίσως μάλιστα πιο προοδευτική από ό,τι μπορούσε να δεχθεί ο τόπος.

Υπήρχε κυρίως η αντίσταση από τα εχθρικά συμφέροντα, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Τουναντίον, δεν υπήρχαν τα αναγκαία υλικά μέσα που θα έδιναν γρήγορα αποφασιστική ώθηση προς τα εμπρός, παρουσιάζοντας σύντομα απτά οικονομικά αποτελέσματα, κάμπτοντας έτσι γρήγορα τις –ίσως εύλογες– αντιδράσεις.

Αυτούς τους ελάχιστους και πολύτιμους για το Έθνος διαθέσιμους υλικούς πόρους δεν τους παραχωρούσαν αυτοί που τους νέμονταν πριν τον Αγώνα και όσοι από τους καινούργιους μνηστήρες της εξουσίας –Έλληνες και ξένοι– επιβουλεύονταν το μέλλον της ερειπωμένης γης. Για να βοηθήσει τους πολλούς και για να φτιάξει σύγχρονο ευρωπαϊκό Κράτος, ζήτησε την υλική συμβολή αυτών που ακόμη είχαν και κατείχαν. Αναγκαστικά, ζήτησε δηλαδή τη συμβολή όσων είχαν ξοδέψει μεγάλες περιουσίες στον Αγώνα και τώρα ζητούσαν να αποζημιωθούν αναλόγως, πολιτικά και οικονομικά. Αυτοί όμως αρνήθηκαν πεισματικά να συνεισφέρουν ξανά, θεωρώντας ότι η εθνική ελευθερία δεν μπορεί να κερδηθεί σε βάρος τους μόνο, δηλαδή με μείωση της περιουσίας και της πολιτικής τους επιρροής.

Ο μεγάλος στόχος του Κυβερνήτη ήταν να πετύχει την αναδιανομή στους ακτήμονες Έλληνες των εθνικών γαιών, δηλαδή των κτημάτων των απελευθερωμένων εδαφών, που άφησαν πίσω τους φεύγοντας οι παλιοί αφέντες και που ήταν το μεγαλύτερο και γονιμότερο τμήμα της καλλιεργήσιμης γης. Η δημιουργία κτηματολογίου ευθύς αμέσως μετά τη σύσταση του Κράτους θα είχε τεράστιες πολιτικοκοινωνικές συνέπειες. Ο Κυβερνήτης μπορεί να μην ήταν δημοκρατικός στη μέθοδο, ήταν όμως δημοκρατικότατος ως προς τον στόχο, ο οποίος έμεινε δυστυχώς ανεκπλήρωτος [3]. Αυτή την ίδια γη τη ζητούσαν για δική τους αποζημίωση, ξεχωριστά ο καθένας: οι καραβοκύρηδες, οι προεστοί, οι ξένοι δανειστές.

Ο Καποδίστριας δεν ήταν ούτε επαναστάτης ούτε ριζοσπάστης. Δεν διανοήθηκε όμως ούτε να γίνει δημαγωγός, ξεσηκώνοντας τους πολλούς ενάντια στους λίγους και ξεκινώντας έτσι ακόμα έναν νέο εμφύλιο. Πάντα συναισθανόμενος το δίκαιο και ισορροπιστής από χαρακτήρα, αναγνώριζε ότι και αυτοί οι λίγοι δυνατοί, υπήρξαν μπροστάρηδες στην Επανάσταση. Με τα δικά τους μέσα αρματώθηκαν τα καράβια που ασφάλισαν τη νίκη και τα δικά τους πλούτη δημεύτηκαν αρχικά από τους Τούρκους ή κλάπηκαν από τους ίδιους τους Έλληνες μέσα στο χάος των εμφυλίων. Η Πατρίδα όφειλε πρώτα και κύρια στους απλούς αγωνιστές που όρμησαν από την αρχή με το τουφέκι στο χέρι, όφειλε όμως και στους παλαιούς δυνατούς του πλούτου, οι οποίοι στήριξαν και αυτοί πολιτικά και υλικά τον Αγώνα [4].

Προσπάθησε να μοιράσει σε όλους –εκτός από τον ίδιο– από τα ελάχιστα κρατικά έσοδα που βρήκε διαθέσιμα, γιατί τα περισσότερα δεν του τα παρέδιδαν οι προύχοντες που τα νέμονταν. Τελικά, κατάφερε να βρεθούν όλοι δυσαρεστημένοι. Οι ισχυρότεροι από αυτούς, ακόμα και μερικοί από όσους αρχικά τον υποστήριξαν, έγιναν τώρα εχθροί του. Οι άλλοι που φιλοδοξούσαν να κυβερνήσουν στη θέση του –όργανα των ξένων δυνάμεων οι περισσότεροι– μηχανεύονταν την έξωσή του. Οι πιο μισαλλόδοξοι εξ αυτών αποφάσισαν την πολιτική και τη φυσική του εξόντωση.

Διαμορφώνοντας το πολιτικό του όραμα, ένας πολιτικός οφείλει να αναγνωρίζει συγκεκριμένα και λογικά πολιτικά συμφέροντα διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Σε οποιαδήποτε πολίτευμα, ακόμα και στο πιο συγκεντρωτικό και αυταρχικό, η ηγεσία συναθροίζει πίσω της πολιτικά και κοινωνικά συμφέροντα ως όρο απαράβατο για τη διατήρηση της εξουσίας. Στη σημερινή δημοκρατία πιο συγκεκριμένα, ο ενάρετος πολιτικός πρέπει να μάχεται ειλικρινά και ανιδιοτελώς για τα συμφέροντα που εκπροσωπεί, είτε αυτά είναι πλειοψηφικά είτε μειοψηφικά. Πάντως εκπροσωπεί συνειδητά ένα κόμμα, μέρος δηλαδή μόνο του κοινωνικού σώματος. Ταυτόχρονα πιστεύει –πρέπει!– σε ένα όραμα ευεργετικό για το σύνολο [5].

Ο Καποδίστριας δεν διέθετε όμως ένστικτα πολιτικού αρχηγού, ώστε να αμυνθεί συγκροτώντας κάποιο πολιτικό ή ιδεολογικό μέτωπο, συστήνοντας ένα προσωποπαγές και με υποτυπώδη έστω οργάνωση υποστηρικτικό κόμμα, σαν τα πρωτόλεια κόμματα που ανέκυψαν μετά τη δολοφονία του (το «Ρωσικό», το «Γαλλικό» και το «Αγγλικό»). Ήταν πολύ αριστοκρατικός για να σκεφτεί ότι ένας ορθός νους μαζί με μια ευγενή βούληση δεν μπορούν από μόνα τους να πετύχουν πολλά. Πόσο μάλλον όταν η προσπάθεια γίνεται σε καιρούς ακραίας κοινωνικής και πολιτικής έντασης.

Καθώς έβλεπε πως ήταν πρακτικά αδύνατο να διαπραγματευτεί με συντεταγμένο και ειρηνικό τρόπο με τα αντίπαλα συμφέροντα –αυτός, ο μαιτρ της υψηλής διπλωματίας!– ζήτησε και πέτυχε να συγκεντρωθούν οι εξουσίες στο πρόσωπο του Κυβερνήτη και έτσι θα αποφάσιζε πλέον σχεδόν για όλα τα θέματα μόνος του και με βάση το δικό του κριτήριο ορθότητας και δικαιοσύνης. Όσοι τον κατηγορούσαν για δικτατορία και τυραννία το έκαναν ως πρόφαση μόνο, για να κρύψουν τον υστερόβουλο σκοπό και τα ιδιοτελή συμφέροντα που εκπροσωπούσαν. Είναι άλλωστε οι ίδιοι που σιώπησαν πλήρως μετά την εξόντωση του Κυβερνήτη –ο σκοπός είχε πια επιτευχθεί– όταν αργότερα υποδέχθηκαν ευμενώς την ταπεινωτική βαυαροκρατία και τον απολυταρχισμό του Όθωνα. Όσοι ιστορικοί σήμερα τονίζουν την «αντιδημοκρατική» διακυβέρνηση του Καποδίστρια κρίνουν τα πράγματα εκτός τόπου και χρόνου. Ο Καποδίστριας μόνο αρχομανής δικτάτορας δεν ήταν, ούτε βέβαια και γνήσιος δημοκράτης. Πίστευε περισσότερο στον φωτισμένο νου του.

Ο Καποδίστριας διέθετε ένα αφελές ίσως ανθρωπιστικό όραμα. Δεν μπορούσε να δεχθεί την αντίληψη της κοινωνίας ως αθροίσματος ατομικών ή συλλογικών ιδιοτελών βουλήσεων και ως στίβο αλληλοσυγκρουόμενων κερδοσκοπικών συμφερόντων. Ακόμα και αν μπορούσε να διακρίνει τον συνασπισμό οργανωμένων εγχώριων ή ξενόδουλων συμφερόντων πίσω από την αντιπολίτευση, αυτός πίστευε στη δύναμη της ορθής και δίκαιης κρίσης του.

Ήταν ένας άγιος της πολιτικής που προσπάθησε να κυβερνήσει με χρηστό ατομικό ήθος· με τη χιμαιρική αντίληψη ότι η αγαθότητα των προθέσεων του ενός αρκεί για να πειστούν οι πολλοί· με την πεποίθηση ότι αρκεί η λογική εξήγηση της σκέψης του Κυβερνήτη για να παραδειγματιστούν και οι δυνατοί για την ορθότητα των αποφάσεών του.

Σε έναν άλλο καιρό με λιγότερες εντάσεις, σε ένα άλλο κράτος με πιο αναπτυγμένους θεσμούς και οργάνωση, σε έναν άλλο λαό με λιγότερη εμπάθεια και ατομισμό και προικισμένο με μεγαλύτερη κλίση προς την κοινωνική συναίνεση, ο Καποδίστριας θα μπορούσε ίσως να γίνει επιτυχημένος πολιτικός ηγέτης, μετριάζοντας κάπως την απέραντη εμπιστοσύνη στην ορθότητα της δικής του γνώμης.

Στον τόπο που κυβέρνησε όμως και στην εποχή που τον κυβέρνησε, ήταν αταίριαστος. Στάθηκε ο επίδοξος ιδρυτής ενός πολιτικά ανεξάρτητου και μαζί κοινωνικά δίκαιου νέου Ελληνικού Κράτους, το οποίο όμως δεν ήταν ικανός να διαμορφώσει μόνος του· ενός Κράτους που δεν ήταν έτοιμος να περιμένει να οικοδομηθεί ούτε ο καταπονημένος και ανυπόμονος λαός του. Ο τραγικός Πρώτος Κυβερνήτης παραμένει όμως μέγας οργανωτικός Νους, προστάτης των απλών Ελλήνων του καιρού του, πολιτικός ευεργέτης των ευρωπαϊκών λαών και θεσμικός θεμελιωτής του Ελλαδικού Κράτους.

 

 


Σημειώσεις:

[1]: Η Επτάνησος Πολιτεία ήταν το πρώτο αυτόνομο κρατίδιο που συστάθηκε σε ελληνικά εδάφη μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

[2]: Οι Άγγλοι είχαν αφοπλίσει τους πειρατές που είχαν για ορμητήριο τη Γραμπούσα, αλλά στα υπόλοιπα νησιά και ιδιαίτερα στις Σποράδες, παρέμεναν ακόμη πολλές εστίες πειρατών.

[3]: Μετά από πάμπολλες καθυστερήσεις, η αναδιανομή των εθνικών γαιών έγινε τελικά με την Κυβέρνηση του 1871, πενήντα ολόκληρα χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης.

[4]: Ορισμένοι μετά από κάποια αρχική αμφιθυμία, αφού είχαν να διακινδυνεύσουν τη θέση και τον πλούτο τους.

[5]: Ο δημαγωγός, αντίθετα, παλεύει για τα δικά του κρυφά συμφέροντα, παραπλανώντας όμως τον λαό πως μάχεται για το σύνολο.

Τα επιτεύγματα της ελευθερίας, Προσωπικότητες, Καποδίστριας