Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Lapis Lazuli

Μερικές λέξεις δονούν μια εσωτερική, βαθειά κρυμμένη χορδή της ψυχής. Παράγουν έναν χαμηλόφωνο τόνο που συνεχίζει έκτοτε ν' αντηχεί, με μαγικό τρόπο, σε κάποιο κρυφό άδυτο της συνείδησης. Λανθάνουν εκεί για χρόνια, ίσως για ολόκληρη ζωή. Επανέρχονται περιστασιακά κι απρόσμενα, όταν κάποιος συνειρμός, ένας στοχασμός, μια αναφορά, ένα άκουσμα, ανοίξουν μιαν αδιόρατη ρωγμή στον κρυψώνα. Αναδύονται τότε από το βάθος μ' επιβλητική δύναμη, κυριεύοντας στη στιγμή, τη σκέψη και το συναίσθημα.

Lapis lazuli, δυό λέξεις δεμένες αλυσιδωτά, ρυθμική διαχοχή μιας δισύλλαβης από τρισύλλαβη, σε χορευτικό βηματισμό: δυό βήματα ανόδου, μια μικρή επιστροφή, κορύφωση, κι ύστερα ομαλή επαναφορά. Τούτη η μουσική σύνθεση γεννιέται από δύο γλώσσες: "lapis" σημαίνει "λίθος" στα λατινικά, ενώ το δεύτερο συνθετικό προκύπτει από την περσική λέξη لاژورد lāžavard/lāževard, που γράφεται επίσης και  لاجورد lājevard, και δηλώνει το "πολύτιμο πετράδι" του τόπου. 

Την πρωτάκουσα στην Τάξη της Ιστορίας, στη Β΄ του Γυμνασίου, κάπου σε μια περιγραφή στολιδιών από lapis lazuli που βρέθηκαν σε τάφους. Η ομορφιά και η καλλιτεχνία τους, μαθαίναμε, χαρακτήριζαν τον πολιτισμό των ανθρώπων που τα φορούσαν. Αιγύπτιοι, Μεσοποτάμιοι και Μυκηναίοι, πλήρωναν όσο-όσο τον έμπορο που παζάρευε τις ακατέργαστες βαθυγάλαζες πέτρες με τις πλούσιες λευκές και χρυσοκίτρινες φλέβες τους [1]. Τις παρέδιδαν στον πιο άξιο τεχνίτη-χρυσοχόο, για να τις κάνει περιδέραιο, δακτυλίδι, σφραγίδα ή εντυπωσιακό γαλάζιο ένθετο σε μεγαλύτερη σύνθεση. 

 

 

 

Το ημιπολύτιμο ορυκτό έφερνε -λέει- αρμονία, γαλήνη, αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία και ένα σωρό άλλα ωραία και περιζήτητα συναισθήματα, ανάλογα τον τόπο, την εποχή και τον πολιτισμό. Γι' αυτούς που και σήμερα πιστεύουν ότι τα ορυκτά και οι πολύτιμοι λίθοι έχουν θεραπευτικές ιδιότητες, το έντονο γαλάζιο του λίθου μας προστατεύει από σειρά παθήσεων στο αίμα, το δέρμα, στο σπλήνα και στην καρδιά, ανακουφίζει τους πονοκεφάλους και μετριάζει τη ναυτία κ.λπ., κ.λπ. (βλέπε Πηγή 6).

Για τη μαγευτική ομορφιά και για τη θετική του επίδραση πάνω μας, οι πολιτισμένοι λαοί της αρχαιότητας χρησιμοποιούσαν τον λίθο ήδη από την 7η χιλιετία π.Χ. (βρέθηκε στην κοιλάδα του Ινδού). Οι Αιγύπτιοι και οι Μεσοποτάμιοι τον προμηθεύονταν από την τρίτη χιλιετία π.Χ. ως πολύτιμο λίθο. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τον χρησιμοποιούσαν στα κοσμήματά τους κατά την κλασσική τους αρχαιότητα. Έχουν όμως βρεθεί σε τεχνουργήματα σε πολύ απομακρυσμένες περιοχές, ακόμη και στη Μαυριτανία [2]. 

Στην περίφημη χρυσή μάσκα του Τουταγχαμών το lapis lazuli βρίσκεται σε αφθονία, όχι όμως στις γαλάζιες γραμμές της κόμμωσης, οι οποίες είναι καμωμένες από σμάλτο, αλλά στην περιοχή κάτω από την κομψή γενειάδα. Εμφανίζεται ως ανάγλυφη απεικόνιση ενός πλούσιου υφάσματος που κρέμεται από τον λαιμό σαν ορθογώνια γραβάτα, όπως επίσης και παριστάνοντας το πλατύ περιδέραιο που ζώνει το ευρύ στέρνο του βασιλιά. 

Αυτό που εντυπωσιάζει ως προς την γεωγραφία της διάδοσης του ορυκτού και την οικονομική της σημασία, είναι ότι καθ' όλη την αρχαιότητα υπήρχε ένα και μόνο ορυχείο απ΄ όπου εξορυσσόταν η βαθυγάλαζη πέτρα. Βρισκόταν σ' εξαιρετικά απομακρυσμένο και δυσπρόσιτο, σχεδόν απροσπέλαστο σημείο του Παλαιού Κόσμου, στο κέντρο της Ασίας. Βρίσκεται ακόμα εκεί, πολύ ψηλά στα άγονα βουνά του Χίντου Κους, στα ορυχεία του Sar-i Sang, στο Shortugai της επαρχίας Badakhshan, στο σημερινό Αφγανιστάν [3].

 

Στα έγκατα του ορυχείου κατεβαίνουν και σήμερα οι Αφγανοί ορύχοι, αποφασισμένοι να βρουν την πολύτιμη φλέβα μέσα στον σκληρό ασβεστολιθικό βράχο. Όταν βρεθεί, όλο και πιο μέσα κρυμμένη, σ' όλο και πιο επικίνδυνο βάθος, τότε μηχανεύονται τον τρόπο να την αφαιρέσουν απ' τον περιβάλλοντα άχρηστο βράχο. Αν εξαιρέσουμε την πυρίτιδα με την οποία φτιάχνουν τα αυτοσχέδια εκρηκτικά τους, όπως και την περιστασιακή χρήση κάποιων ηλεκτρικών τρυπανιών, για να φυτέψουν στο βράχο τα πρωτόγονα φουρνέλα τους, η μοίρα αυτών των εργατών δεν είναι πολύ διαφορετική από αυτή των προδρόμων τους, χιλιάδες χρόνια πριν.

Τα άχρηστα λιθάρια απ΄την εξόρυξη, όσα δεν περιέχουν αρκετό απ' το γαλάζιο ορυκτό, όπως και οι λατύπες από την πρώτη χονδροειδή λάξευση των περιττών μερών, τα κυλάνε κάτω, για χιλετίες τώρα, απ' τις αρχαίες εισόδους του ορυχείου μέχρι την κοίτη του ποταμού, εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα.

Όπως κι οι αρχαίοι ορύχοι, το ίδιο και οι σύγχρονοι λιθοθήρες παλεύουν με το υψόμετρο, τη μοναξιά και το ψύχος (μόνο αφού λιώσουν τα χιόνια τού χειμώνα γίνεται το ορυχείο προσβάσιμο). Είναι αναγκασμένοι να αναπνέουν, με την ίδια δυσκολία, δυο ακραία αντίθετα είδη αέρα: αραιός, φτωχός σε οξυγόνο έξω από το ορυχείο, γεμάτος σκόνη και καπνιά μέσα στις σπηλιές.

Οι ανθεκτικοί και αποφασιμένοι εργάτες ανήκουν σε μια ατέλειωτη σειρά γενεών προλετάριων-τυχοκυνηγών, οι οποίοι προσπαθούν να ξεφύγουν απ' την ένδεια και την κοινωνική υστέρηση, τη μόνιμη μοίρα του τόπου στην οποία τον καταδικάζουν, για χιλιετίες μέχρι και σήμερα, απολυταρχικές αυτοκρατορίες, βάρβαροι κατακτητές, καταπιεστικοί φεουδάρχες και φανατικοί θρησκόληπτοι.

Τούτη η μοναδικότητα του ορυχείου, όσο και η σκληρή, άγονη ιδιαιτερότητα της περιοχής, στάθηκαν ακόμη ισχυρότερα στοιχεία γοητείας για μένα. Παρακινήθηκα να μάθω περισσότερα για την ιστορία του τόπου και του ορυκτού. Γιατί χρόνια τώρα μ' έχει μαγνητίσει η ιστορία των Ελληνοβακτριανών και των Ινδοελληνικών Βασιλείων, αυτές οι απίθανες όσο και λαμπρές και δοξασμένες προκεχωρημένες βάσεις του ελληνιστικού πολιτισμού στα βάθη της Ασίας, συνέπεια και ακολουθία της επικής κατάκτησης της Περσικής Αυτοκρατορίας απ' τον Μεγαλέξαντρο

Κάπου κοντά στην περιοχή όπου τοποθετείται στο χάρτη η "Αλεξάνδρεια η επί του Ώξου", βρίσκονται και τα ορυχεία. Μια περίεργη τύχη (το 1961, σ' ένα κυνήγι τού τότε βασιλιά του Αφγανιστάν, Μοχάμαντ Ζαχίρ Σαχ), έφερε στο φως κατά την εποχή μας έναν μοναδικό και ξεχασμένο πολιτιστικό θησαυρό. Από το αχνό περίγραμμα των ερειπίων της, όπως φαίνονταν από ψηλά, ανακαλύφθηκε μια αρχαία ελληνιστική πόλη δίπλα στη συμβολή του σημερινού Αμού Ντάρια (του αρχαίου Ώξου/Ιαξάρτη), με τον ποταμό Κόκτσα, ο οποίος κατεβαίνει ορμητικά μεσ' απ' τις χαράδρες του Χίντου Κους. Πριν την ανακάλυψη των ερειπίων της, εκεί βρισκόταν ένα λασποχώρι, που είχε όμως το ποιητικό όνομα Αϊ-Χανούμ (Ai-Khanoum). Στην τοπική γλώσσα σημαίνει την "Κυρά του Φεγγαριού"! 

Είναι μήπως η Αϊ-Χανούμ η αρχαία "Αλεξάνδρεια η επί του Ώξου"; Ή πρόκειται για την Ευκρατίδεια, την πόλη που οι πηγές λένε πως κτίστηκε με την απαραίτητη έκταση και μεγαλοπρέπεια, ώστε να γίνει η πρωτεύουσα του πιο ισχυρού των Ελλήνων Βασιλέων της Βακτριανής, του Ευκρατίδη (Βασιλιάς της Βακτρίας και μέρους της Ινδίας από το 167 π.Χ. μέχρι το 159 π.Χ.); 

Δεν γνωρίζουμε την απάντηση, ούτε για το όνομα ούτε για την ταυτότητα της λαμπρής ελληνιστικής πόλης. Ωστόσο, ο τόπος όπου κτίστηκε η ελληνιστική πόλη ήταν σοφά διαλεγμένος. Είχε μπροστά της άφθονο γόνιμο έδαφος, που  ήδη χιλιετίες πριν την ίδρυσή της, αρδευόταν με κανάλια που έφερναν τα νερά του Αμού Ντάρια (που λέγεται Panj, σ΄ αυτό το σημείο). Πιο ενδιαφέρουσα από την αξιοποίηση της πλούσιας αγροτικής παραγωγής και οικονομικά ακόμα πιο αποδοτική, ήταν η κυριαρχία της πόλης πάνω σε μιαν αρτηρία του εμπορίου· εδώ, του εμπορίου του lapis lazuli

Γιατί ο Κόκτσα, κατά το διάβα του μεσ' απ' τα βουνά, περνά ακριβώς κάτω από το ορυχείο του Sar-i Sang. Στη δική του κοίτη πέφτουν τα άχρηστα λιθάρια από το ορυχείο. Αφού ο αφρισμένος ποταμός διασχίσει απότομα φαραγγια και στενές κοιλάδες, έρχεται τελικά να προσπέσει στα πόδια τής "Κυράς του Φεγγαριού". 

Θα επανέρθω εν καιρώ στον μυθικό τούτο τόπο, ο οποίος δοξάζει την Αρχαία Ελλάδα, ακτινοβολώντας μ' επική περηφάνεια τον Ελληνικό Πολιτισμό σ' ολόκληρη την Ασία, αληθινός φάρος λαμπρός μεσ' την αγριάδα των απόκρημνων βουνών του Χίντου Κους.

Συνεχίζω με την ιστορία της βαθυκύανης πέτρας. Πέρα από τη χρήση της κατά την αρχαιότητα ως κόσμημα, απέκτησε νέα σημασία και νέα αξία κατά το Μεσαίωνα της Δυτικής Ευρώπης: έγινε η βάση για την παραγωγή του πιο ακριβού και πιο σπάνιου χρώματος. Είναι το στοιχείο που δίνει το έξοχο βαθύ μπλε χρώμα που βλέπουμε πιο κάτω:

  • Μποτιτσέλλι (Η Παρθένος με το Θείο Βρέφος, 1485, Εθνική Πινακοθήκη, Εδιμβούργο),

Η πολύτιμη βαφή προερχόνταν από την περίπλοκη επεξεργασία του lapis lazuli. Η σπανιότητα και το κόστος της μεταφοράς του λίθου, αλλά και η δύσκολη και δαπανηρή επεξεργασία -κυρίως αυτή- εκτόξευαν το κόστος του χρώματος. Το βάρος της σκόνης βαφής γινόταν δεκαπλάσιο απ' αυτό του ακατέργαστου λίθου. Το τελικό προϊόν στοίχιζε περισσότερο απ' ότι το αντίστοιχο βάρος σε χρυσό. Επειδή το ορυκτό προερχόταν από έναν και μόνο, αδιευκρίνιστα μακρινό τόπο, κάπου στα αχανή βάθη της Ανατολής, γι' αυτό ονόμασαν αυτή την απόχρωση του μπλε "ultramarine", αυτή δηλαδή που έρχεται από πολύ μακριά, πέρα από τις θάλασσες.

Οι ζωγράφοι σπάνια μπορούσαν να το αποκτήσουν -μόνο με τη χορηγία κάπου μεγιστάνα της εποχής, ή κάποιου ανώτερου κληρικού-, ώστε να πετύχουν το έντονο, βαθύ και ανεξήτιλο μπλε με το οποίο φιλοδοξούσαν να φιλοτεχνήσουν ουράνιους θόλους και περίτεχνα ενδύματα. Το χρώμα ultramarine χρησιμοποιούνταν μ' εξαιρετική φειδώ, κυρίως για τους χιτώνες της Παναγίας (όπως στις τρεις προηγούμενες αναγεννησιακές εικόνες).

Το κυανό χρώμα είχε συνδεθεί με την Παναγία (Marian Blue) [4], ήδη από τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους και καθιερώθηκε τη βυζαντινή εποχή. Κατά το Δυτικό Μεσαίωνα, και κατόπιν στην Αναγέννηση, η μεγάλη ευλάβεια των πιστών (και των καλλιτεχνών) προς την Παναγία εκδηλωνόταν με τη χρήση του πολυτιμότερου και εντυπωσιακότερου των χρωμάτων για τον χιτώνα της.  

Δείτε όμως πώς ο Μεσαίωνας και η κατοπινή Αναγέννηση δίνουν σε λίγο τη θέση τους στην ανατέλλουσα Νέα Εποχή: o Βερμέερ χρησιμοποιεί το σχεδόν ιερό χρώμα για το καθημερινό φόρεμα εργασίας μιας ταπεινής γαλατούς! 

Μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα, όταν επιτεύχθηκε η παρασκευή του πρώτου συνθετικού χρώματος, του Πρωσσικού Μπλε (Prussian Blue), το ultramarine ήταν το αδιαμφισβήτητο χρώμα της πολυτέλειας και της ιερότητας. Αργότερα, κατά τον 19ο αιώνα, με την αλματώδη ανάπτυξη της ζωγραφικής παραγωγής στη Γαλλία, η Γαλλική Κυβέρνηση προκύρηξε διαγωνισμό για την κατασκευή συνθετικού χρώματος, ισάξιου σε σταθερότητα και όμοιου σε απόχρωση με το ultramarine. Η χημική σύνθεση του ορυκτού αναλύθηκε και τελικά ο χημικός Jean-Baptiste Guimet κατάφερε να βρει μια μέθοδο βιομηχανικής παραγωγής ενός ισοδύναμου χρώματος, με την ίδια χημική σύνθεση, που λέγεται "συνθετικό ultramarine" ή "γαλλικό ultramarine". Το χρώμα έγινε πάμφθηνο και η αξία του ορυκτού ως βάση βαφής εκμηδενίστηκε. Δεν αποκαθηλώθηκε ποτέ όμως η αξία του για την κοσμηματοποιία. 

 

Ας ακολουθήσουμε τώρα αντίστροφα την πορεία του λίθου: από τα εργαστήρια των αρχαίων χρυσοχόων, από τα παλάτια των Φαραώ και των βασιλιάδων της Μεσοποταμίας, από τους τοίχους του Βατικανού και των μοναστηριών, από τις πινακοθήκες των καρδινάλιων, των τραπεζιτών και των μεγαλεμπόρων της Μεσαιωνικής και της Αναγεννησιακής Ευρώπης, πίσω εκεί απ΄ όπου ξεκίναγε το ταξίδι του ο λίθος, στα κακοτράχαλα βουνά του Χίντου Κους και στους σκληροτράχηλους ορύχους του. 

Οι δύο αυτοί κόσμοι, της χρήσης και της παραγωγής, ενώνονταν μ' ένα μόνον αδιόρατο νήμα. Το έκλωθαν οι βουνίσιοι αχθοφόροι, τα καραβάνια των μουλαριών, οι καμήλες της Βακτριανής κι οι βενετσιάνικες ναύες. Τόσο μακρύ και τόσο λεπτό, που κάποιος, ακολουθώντας το μέχρι τη μια του άκρη ξεχνούσε από πού πρωτοξεκίνησε. Οι δύο κόσμοι ούτε μπορούσαν να φανταστούν ο ένας τον άλλον: "ultramarine" ήταν η πηγή για τον έναν, ultra somnium (πέρα από το όνειρο) η χρήση του για τον άλλον.

Επειδή εμείς εδώ, λόγω της πολιτισμικής και ιστορικής μας εξέλιξης, ίσως και μέσα από τα διαβάσματά μας, είμαστε καντύτερα στον κόσμο των χρηστών παρά σ' αυτόν των παραγωγών, έψαξα και βρήκα μερικά σύντομα βίντεο, τα οποία διηγούνται τα γεγονότα:

Μια εικόνα του σκληρού τοπίου, μαζί με σύντομη περιγραφή της καθημερινότητας του ορυχείου και της σκληρής ζωής των εργατών, δίνεται πιο κάτω, από βίντεο του Al Jazeera:

Ωστόσο, η πιο παραστατική και επαγγελματική παρουσίαση για το ιστορικό της εξόρυξης του λίθου από το αρχαίο ορυχείο, είναι το παρακάτω εκτεταμένο ντοκυμαντέρ, το οποίο αφηγείται την επίσκεψη στο ορυχείο ενός Αμερικανού εμπόρου πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων. Ξεκινά από το γειτονικό Πακιστάν και είναι γυρισμένο το καλοκαίρι του 2001, μόλις πριν την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους που απέκοψε την πρόσβαση στην περιοχή για τους Δυτικούς. Μαζί με τους Αφγανούς συνοδούς του, ο έμπορος περνά τα σύνορα και, πότε ορειβατώντας κοπιαστικά, πότε προχωρώντας πάνω σε ανθεκτικά μουλάρια ή πάνω στην καρότσα του σκληροτράχηλου Toyota, φτάνει τελικά στο παμπάλαιο ορυχείο. Από εκεί, μας δείχνει από κοντά πώς μοχθούν οι Αφγανοί ορύχοι για να θρέψουν την οικογένειά τους. 

Κάπου στο 45:00, ο αφηγητής προλαβαίνει τη σκέψη μου κι αναρωτιέται: πώς συνέβη και πριν από σχεδόν 9 χιλιάδες χρόνια ανακαλύφθηκε, σε τόπο τόσο απόμακρο, τόσο απίθανα ψηλά στο βουνό, τόσο πέρα από μονοπάτι ανθρώπου ή στράτα ζώου, το ένα και μοναδικό ορυχείο με τις βαθυγάλαζες πέτρες; Μήπως κάποια πέτρα κατρακύλησε από ψηλά μέχρι κάτω το ποτάμι, εκεί όπου ίσως περιδιάβαινε αναζητώντας τροφή κάποιος ανυποψίαστος πρόγονός μας;

Αν έγινε έτσι, τότε ο φιλόκαλος νεολιθικός άνθρωπος εντυπωσιάστηκε με τη βαθυκύανη απόχρωση της πέτρας, που την έκαναν ακόμα ομορφότερη οι χρυσοί κόκκοι και οι λευκές γραμμές που τη διέτρεχαν. Ήταν πολύ διαφορετική απ' ότι είχε δει μέχρι τότε στη ζωή του [5], σα νά' χε πέσει ένα κομμάτι τ' ουρανού στα πόδια του. Την πήρε μαζί του μέχρι τον καταυλισμό του μικρού χωριού με τα λιθόκτιστα σπίτια, δίπλα στο ποτάμι, στην άκρη της μικρής κοιλάδας.

Το βράδυ, εκεί που συνήθως μαζεύονταν οι συγχωριανοί για να σιγοκουβεντιάσουν, όταν έδειξε το εύρημά του εμπρός στη φωτιά που τους ζέσταινε όλους μαζί. Oι συγγενείς και γείτονες, μεσ' το σκοτάδι και μεσ' το τρεμούλιασμα του φωτός απ' τις αμυδρές κοκκινωπές αναλαμπές φωτιάς, δεν μπόρεσαν ν' αντιληφθούν την ομορφιά της πέτρας. Δοκίμασε να τους την περιγράψει με λέξεις, αυτές που χρησιμοποιούσαν για τον μεγαλόπρεπο ουρανό, ή μ' όσες λέξεις είχαν για να σημαίνουν την ομορφιά μιας γυναίκας ή ένα επιβλητικό τοπίο. Όσο και αν προσπάθησε, κάνοντας νοήματα και μορφασμούς, να τονίσει τα στοιχεία που τον είχαν γοητεύσει (το έντονο χρώμα, τα χρυσά και τα λευκά στοιχεία της πέτρας), οι υπόλοιποι, συγκαταβατικά, τον άφησαν στον ενθουσιασμό του και έπεσαν να κοιμηθούν "τον ύπνο του δικαίου". 

Την άλλη μέρα μόνο, όταν ξύπνησαν και αφού πήραν μπροστά στον κανονικό ρυθμό της μέρας, ο άνθρωπός μας τους ξανάδειξε την πέτρα. Είχε αγρυπνήσει από την προσμονή της επιδοκιμασίας για την ανακάλυψή του. Έριξε πρώτα και άφθονο νερό από το ποτάμι πάνω στην πέτρα. Τούτη τη φορά άνοιξαν όλοι με θαυμασμό τα μάτια. Τι υπέροχα απλό το πρωτόγονο συναίσθημα του ακατέργαστου ανθρώπου, που χαίρεται σύγκορμα και σύψυχα την ομορφιά, όπου την ακούει και όπου τη βλέπει! Όλοι εντυπωσιάστηκαν με τούτη την ουρανοκατέβατη πέτρα

Εκτός μόνο από κάποιους λίγους σκυθρωπούς. Ήταν οι ίδιοι που περιφρονούσαν επίσης και τις νυκτερινές τους συγκεντρώσεις. Ούτε ενδιαφέρονταν για τα παραμύθια, ούτε ένιωθαν τίποτα απ' τα ρυθμικά χτυπημάτα που κατάφερνε ένας του χωριού -που ντυνόταν και κάπως διαφορετικά-, χτυπώντας ένα κούφιο κορμό μ' ένα άλλο ξύλο. Είχε μάθει να βγάζει διαφορετικούς τόνους, καθώς χτυπούσε με σκοπό, σε διαφορετικά σημεία του κορμού κάθε φορά. Όταν έπιανε ρυθμό και ταίριαζε με τρόπο τους ήχους, καταφέρνοντας να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά μερικά διάδοχα χτυπήματα, οι υπόλοιποι ένιωθαν ότι κάτι ήθελε να τους πει: ίσως για κάποια χαρά ή κάποιο φόβο που ένιωσε μεσ' τη μέρα. Χωρίς να καταλαβαίνουν γιατί, μερικοί σηκώνονταν και ξεκινούσαν να κουνούν το κορμί τους και να χτυπούν το έδαφος με τα πόδια τους, στο ρυθμό των χτυπημάτων του ξύλου. Τέτοια σειρά από ταιριαστά χτυπήματα μπορούσαν να τα θυμούνται και αργότεραακόμα και για μέρες, αφού ο μουσικός του χωριού είχε πια σταματήσει να χτυπάει.

Σε όλα τούτα, αυτοί οι κατσούφηδες δεν συμμετείχαν. Έτσι, ούτε και με την πέτρα έδειξαν να συγκινούνται.   

Πάντως, μερικοί από τους πιο ενεργητικούς άντρες του χωριού, όλοι τους καλοί κυνηγοί, κίνησαν να δουν και αυτοί πού είχε βρεθεί η πέτρα. Όταν έφτασαν, έψαξαν τριγύρω και βρήκαν και άλλες παρόμοιες. Είχαν όλες τους άγριες και κοφτερές πλευρές, δείγμα ότι δεν τις κουβάλησε μέχρι εκεί το ποτάμι. Ένας έδειξε ψηλά στο βουνό και τους έπεισε να ανέβουν προς τα πάνω, μέχρι να βρουν από πού ξέκοψαν αυτές οι "πέτρες του ουρανού".

Έκαναν μια κοπιαστική αλλά προσεκτική αναγνώριση. Το ασκημένο μάτι τους ξεχώριζε από πολύ μακριά κάθε τι που κινούνταν ή κάθε τι που έδειχνε να έχει σημασία για τη ζωή τους. Ξεφυσώντας από τη συνεχή ανάβαση, σκαρφάλωσαν σιγά-σιγά κάποιες εκατοντάδες μέτρα ψηλότερα στην απότομη πλαγιά (ήταν πολύ δυνατοί κι ευκίνητοι), ώσπου είδαν έναν μεγάλο βράχο με μια πλατειά γαλάζια φλέβα στο προσωπό του. Η όψη που έβλεπε στον ήλιο, ήταν γεμάτη βαθειές ρωγμές, από το ψύχος του χειμώνα και απ' τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Στην ποδιά τού βράχου βρίσκονταν μεγάλα κομμάτια με γαλάζιο χρώμα, όσα είχαν ξεκολλήσει απο καιρό. Σε λίγα χρόνια, από το λιώσιμο του χιονιού ή με τη βροχή, μερικά θα γλιστρούσαν μέχρι κάτω το ποτάμι, όπου και θά' φταναν καταθρυμματισμένα. 

Οι λιθοθήρες έχωσαν μερικά λιθάρια, αυτά με το πιο βαθύ γαλάζιο, σε κάτι πρωτόγονους σάκκους. Τους είχαν συρράψει από δέρματα αγριόγιδων που είχαν κυνηγήσει το προηγούμενο καλοκαίρι. Έσπρωξαν κάμποσες από τις μεγαλύτερες κοτρώνες προς τα κάτω και τις παρακολούθησαν με άγρια χαρά καθώς κατρακυλούσαν στην πλαγιά. Όταν κατέβηκαν πάλι στο ποτάμι, βρήκαν ακόμα κάτι λίγα, μικρότερα κομμάτια, όσα κατάφεραν να μην διαλυθούν εντελώς από την πτώση. 

Οι κάτοκοι της μικρής κοιλάδας σκέφτηκαν να έδειχναν τις γαλάζιες πέτρες και στη φυλή που κατοικούσε στο μεγάλο χωριό, αυτό που βρισκόταν εκεί που το ποτάμι του χωριού συναντούσε το άλλο, μεγαλύτερο ποτάμι, που ερχόταν από το βορρά. Σίγουρα, σκέφτηκαν, θα εντυπωσιάζονταν το ίδιο και αυτοί από τη μοναδική τους ομορφιά.

Εκείνο το χωριό είχε περισσότερες οικογένειες και περισσότερα λιθόκτιστα σπίτια, μερικά πιο μεγάλα από τα δικά τους. Είχε μπροστά του μια πολύ μεγαλύτερη κοιλάδα απ' όπου μπορούσαν να συλλέγουν περισσότερους καρπούς από τις άφθονες ροδακινές, ροδιές, βερυκοκιές, αμυγδαλιές και από τ' άγρια κλήματα που φύτρωναν εκεί. Οι κάτοικοί του είχαν επίσης μάθει και καλλιεργούσαν σιτάρι και κριθάρι. Τ' αποθήκευαν σε πήλινα σκεύη που έφταχαν από ένα κοκκινόχωμα, σαν λεπτή πούδρα, που βρισκόταν λίγο πιο πέρα από το χωριό τους.

Επειδή ήταν πολύ περισσότεροι, δεν πήγαιναν όλοι στους αγρούς και στο κυνήγι. Μερικοί αχολούνταν μόνο με το να φτιάχουν πήλινα αγγεία. Ήξεραν να τα πλάθουν αρκετά παχιά, ώστε να μην σπάνε με το παραμικρό, αλλά και όσο πρέπει λεπτά, ώστε να μην κρατάνε μέσα τους υγρασία και έτσι να προλαβαίνουν να ξεραθούν καλά στο ήλιο, χωρίς να θρυμματίζονται μετά.

Αυτά τα πήλινα σκεύη ήθελαν πολύ να τα έχουν και οι κάτοικοι της μικρής κοιλάδας, που δεν είχαν κοκκινόχωμα κοντά τους. Όχι τόσο για καθημερινή χρήση, δεν τα χρειάζονταν ιδαίτερα, αφού έτρωγαν κρατώντας στα χέρια την τροφή τους: τους άφθονους καρπούς που συνέλεγαν και το κρέας απ' το κυνήγι και απ' τις αίγες που είχαν εξημερώσει. Περισσότερο, ήθελαν να μοιάζουν στους κατοίκους του μεγάλου χωριού: όταν αυτοί έψηναν το κρέας που μοιράζονταν στο κοινό δείπνο, το έβαζαν πρώτα πάνω σε τέτοια πήλινα σκεύη, ρηχά και πλατειά. Αυτή η συνήθεια φαινόταν πολύ ωραία στους κατοίκους του μικρού χωριού· ήθελαν να κάνουν κι αυτοί το ίδιο.

Δύο που είχαν ξαναπάει στο μεγάλο χωριό και γνώριζαν μερικούς κατοίκους του, βάλαν τις γαλάζιες πέτρες στους δερμάτινους σάκκους και κίνησαν για το μεγάλο χωριό· πρώτα βόρεια και μετά κατά εκεί που δύει ο ήλιος, πέντες μέρες δρόμο μακρυά. Όταν έφτασαν, πήγαν πρώτα σ' αυτούς που έφταχναν τα πήλινα αγγεία και τους έδειξαν τις πέτρες. Έριξαν πάλι νερό πάνω τους για να φανεί όλη τους η ομορφιά. Είχαν δίκιο να περιμένουν κάτι παρόμοιο μ' αυτό που ένιωσαν και οι ίδιοι: τα μάτια των αγγειοπλαστών, κι όσων άλλων περίεργων ήρθαν κοντά, άνοιξαν διάπλατα!

Όταν έφτασαν οι πιο σεβαστοί του χωριού (αυτοί δεν έδειξαν να εντυπωσιάζονται το ίδιο), μετά από κάμποσες κουβέντες και χειρονομίες και αφού μίλησαν πρώτα μεταξύ τους, τους έκαναν μια προσφορά: για τους δύο σάκκους με τις πέτρες, τους έδιναν πέντε από τα μεγάλα πλατειά πήλινα σκεύη. Ούτ' ένα παραπάνω. Όσο και αν οι άλλοι δύο έδειχναν τα δάκτυλα και των δύο χεριών, οι πρώτοι δεν άλλαξαν την προσφορά. Αυτά μόνο· κι αν θέλαν...

Οι δυό τού μικρού χωριού πήγαν λίγο περαπέρα, να συνεννοηθούν. Είχαν κοπιάσει πολύ για νά' ρθουν και τους περίμενε άλλος τόσος δρόμος πίσω. Δεν μπορούσαν να γυρίσουν μ' άδεια χέρια κι έτσι αποφάσισαν να δεχτούν. Την άλλη φορά όμως θά' ξεραν καλύτερα. Κι έτσι, η ανταλλαγή έκλεισε, με τις πέτρες να έχουν κάνει ένα βήμα πέντε ημερών, απ' το ορυχείο προς τα Δυτικά.

Οι σεβαστοί του μεγάλου χωριού καταλάβαιναν ότι οι πέτρες ήταν βασικά άχρηστες. Γνώριζαν όμως ότι πολλοί από τους κατοίκους, και ιδαίτερα οι γυναίκες, εντυπωσιάζονταν με τα λεπτότερα αγγεία. Περισσότερο, μάλιστα, αν είχαν στην έξω τους πλευρά και σχέδια με χαραγιές. Το ίδιο και με τα δερμάτινα πανωφόρια, αυτά που γίνονταν με τα πιο μαλακά δέρματα και γίνονταν με συρραφή από περισσότερα, όμοια μεταξύ τους κομμάτια. Κράτησαν μερικές μικρότερες βαθυγάλαζες πέτρες για τον εαυτό τους, για να τις χαίρονται αυτοί και οι γυναίκες τους, όταν θα έμεναν μόνοι. Η παρουσία του όμορφου λίθου ίσως θα βοηθούσε σε κάποιες πιο ιδαίτερες στιγμές... Δεν είπαν πάντως τίποτα γι αυτό στους άλλους.

Πριν λίγα χρόνια, ένας ξένος που είχε φτάσει στην κοιλάδα τους από μια μακρινή χώρα, που βρισκόταν σε μιαν απέραντη πεδιάδα ανάμεσα σε δυο μεγάλα ποτάμια (τους τη σχεδίασε στο χώμα και έδειξε με χειρονομίες πόσο μεγαλύτερη ήταν από τη δική τους κοιλάδα), είχε φέρει μαζί του ένα καλάθι πλεγμένο από καλάμια. Τέτοια έφτιαχναν εκεί -έδειξε δυτικά- στη μεγάλη χώρα. 

Το βράδυ, στη μεγάλη συγκέντρωση του χωριού, με τους σάκκους στα πόδια τους, οι σεβαστοί έδειξαν το καλάθι. Το είχε κρατήσει ως αντάλλαγμα αυτός που τους φιλοξένησε με την οικογένειά του στο σπίτι του [6] (ο  ξένος έμεινε κοντά δέκα μέρες, μέχρι να γιάνει η πληγή που είχε στο πόδι του). Ήταν και όμορφο αλλά και πολύ πρακτικό κι ανθεκτικό. Ήταν επίσης και ελαφρύ, οπότε μπορούσε να κουβαληθεί από μακριά. Η ιδέα των σεβαστών του χωριού, που την είπαν στους άλλους, ήταν απλή: θα αντάλλασσαν τις πέτρες, με καλάθια, πολλά καλάθια.

Δεν χρειάστηκε πολύ να τους πείσουν (αυτό σχεδόν πάντα συνέβαινε, γιατί οι σεβαστοί ήξεραν να εκφράζουν καλύτερα τη σκέψη τους και να χειρονομούν κατάλληλα). Οπότε, όλα έγιναν κατ' αναλογίαν, όπως και με την αποστολή τού μικρού χωριού. Μόνο που τούτη τη φορά, η απόσταση ήταν μεγαλύτερη και η ομάδα τού μεγάλου χωριού είχε μαζί της όχι μόνο αυτούς που ήξεραν να μιλούν επιδέξια, αλλά και κάποιους από τους πιο δυνατούς του χωριού, για να μπορούν να υπερασπίσουν την αποστολή και τα εμπορεύματά της. Ξεκίνησαν με την πανσέληνο...

Πολλά μπορεί να υποθέσει κανείς για την αποστολή τους, αν πέτυχαν ή όχι. Όμως, ακόμα και αν δεν πέτυχε τούτη η συγκεκριμένη αποστολή, ο δρόμος των βαθυγάλαζων πετρών προς τα δυτικά, αργά ή γρήγορα θα άνοιγε, με τον ένα ή άλλο τρόπο. Το ορυχείο του Sar-i Sang -ο κόσμος της παραγωγής- σε λίγο θα ξεκινούσε, για να τροφοδοτήσει με ομορφιά και χάρη τον κόσμο της Τέχνης και της απόλαυσης, πολύ-πολύ δυτικότερα απ΄ τ΄ άγρια βουνά του σημερινού Αφγανιστάν. 

 

Μετά απο τέτοια φιλομαθή διαδρομή, ας επιστρέψουμε στις δύο λέξεις, εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε και ας τις ξανατραγουδήσουμε: Lapis Lazuli! 

Kρύβουν ή όχι μέσα τους μαγεία;

 

 


Σημειώσεις

[1]: Οφείλονται σε προσμίξεις ασβεστίτη και σιδηροπυρίτη αντίστοιχα.

[2]: Υπάρχουν μαθαίνουμε πολλές αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη για τον "σάπφειρο" (sappir στα εβραϊκά). Αυτό που σήμερα ονομάζουμε ζαφείρι όμως, δεν έγινε γωνστό πριν τη ρωμαϊκή εποχή. Ο Θεόφραστος στο σύγγραμμά του για τα ορυκtά περιγράφει τον σάπφειρο ως "διάστικτο με χρυσό", περιγραφή που ταιριάζει στο lapis lazuli. Παρόμοια περιγραφή για τον σάπφειρο (sapphirus) δίνει και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος.

[3]: Σήμερα, πέρα από το αρχέγονο ορυχείο του Αφγανιστάν, υπάρχουν ορυχεία λαζουρίτη στη Χιλή (περιοχή Coquimbo), στο Τατζικιστάν (Lyadzhvardara, στα όρη Παμίρ), στη Σιβηρία (περιοχή της Βαϊκάλης) και στη Μιανμάρ (περιοχή Mogok).

[4]: Ενώ ο Χριστός είχε συνδεθεί με το κόκκινο χρώμα.

[5]: Υπάρχουν ελάχιστα αντικείμενα, φυτά ή ζώα στη φύση με μπλε χρωματισμό.

[6]: Αντιγράφω από ΑΙ: Η λέξη "σπίτι" προέρχεται από τη λατινική λέξη "hospitium", που σημαίνει "καταφύγιο" ή "ξενώνας". Αυτή η λατινική λέξη εξελίχθηκε στην βυζαντινή ελληνική λέξη "σπίτιν", και από εκεί στην σύγχρονη ελληνική "σπίτι". Η λέξη "hospitium" σχετίζεται με τον όρο "hospes", που σημαίνει "επισκέπτης" ή "ξένος". 

Συγκεκριμένα, η εξέλιξη είναι η εξής: 
 
  1. Λατινικά: hospitium
  2. Βυζαντινά Ελληνικά: σπίτιν
  3. Σύγχρονα Ελληνικά: σπίτι
Είναι ενδιαφέρον ότι η λέξη "σπίτι" αντικατέστησε στην ελληνική γλώσσα την παλαιότερη λέξη για το σπίτι, την "οἰκία"

 


Πηγές

1. Lapis lazuli - Wikipedia

2. Sar-i Sang - Wikipedia

3. Λάπις λάζουλι - Βικιπαίδεια

4. Old pigments painting blog: Lapis Lazuli - Tanja Moderscheim

5. Lapis Lazuli: More Precious Than Gold | DailyArt Magazine

6. politimigi.gr/lapis-lazouli-lazouritis-idiotites

7. Lapis Lazuli, The Blue Road: Seeking the sources of the longest trade – The Past

 

 

 

Παναγία, Φιλομάθεια, Αφγανιστάν, Μέγας Αλέξανδρος, Lapis Lazuli, Ultramarine, Αϊ Χανούμ, Τουταγχαμών, Vermeer, Marco Polo, Θεοτόκος Μαρία, Fra Angelico, Boticelli, Sassoferrato