Το βαθύτερο αίτιο της δημογραφικής μας αυτοχειρίας
Διάβασα πριν λίγο καιρό το άρθρο του BBC (Πηγή 1) για την λεγόμενη "κοινωνική υπογονιμότητα", η οποία είναι μια λιγότερο γνωστή συνιστώσα της σύγχρονης γενικότερης υπογεννητικότητας. Πιο γνωστή είναι η βιολογική υπογονιμότητα, η οποία είναι η αδυναμία των γαμετών (σπερματοζωάρια και ωάρια) να φτάσουν στη γονιμοποιήση, παρότι οι γονείς (δότες) επιθυμούν την τεκνοποιία.
Η βιολογική υπογονιμότητα έχει να κάνει με τη διατροφή, το άγχος, την ηλικία της τεκνοποιίας και, γενικότερα, με όσους παράγοντες συμβάλλουν στην εξασθένιση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης των επίδοξων γονέων, όσων δηλαδή έχουν ισχυρή επιθυμία να τεκνοποιήσουν. Η καθιστική ζωή, τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας, η ανεπαρκής ξεκούραση και φυσική άσκηση, η ανθυγιεινή διατροφή και η αύξηση της ηλικίας τεκνοποιίας, όλα ξεχωριστά και απο κοινού υποβαθμίζουν τη βιολογική γονιμότητα, σε βαθμό που απαιτείται όλο και μεγαλύτερη εξωτερική παρέμβαση, με τεχνητή υποβοήθηση, για επιτυχή γονιμοποίηση.
Το άρθρο του BBC μιλά πάντως για την κοινωνική υπογονιμότητα, αυτή που ορίζεται ως αδυναμία να γνωρίσεις τον κατάλληλο άνθρωπο στην κατάλληλη στιγμή. Και στην τεκνοποιία μιλάμε πάντα για ετερόφυλη συντροφικότητα, για ετερόφυλα ζευγάρια, αυτά που εξ ορισμού παράγουν απογόνους με φυσικό τρόπο [1].
Το άρθρο λέει διάφορα αυτονόητα, περιγράφει κάποια στατιστικά, ενώ παρουσιάζει επίσης ορισμένες επιτυχημένες βοηθητικές πολιτικές παρεμβάσεις υπέρ της τεκνοποιίας σε κάποιες χώρες. Σταχυολογώ εδώ ό,τι κρίνω πιο ενδιαφέρον από το άρθρο και ό,τι νομίζω πως ενισχύει τη δική μου πεποίθηση σχετικά με το γενικότερο φαινόμενο της υπογεννητικότητας όπως το βιώνουμε και εδώ στην Ελλάδα.
Στο άρθρο η εστίαση μετατίθεται από τις γυναίκες στους άντρες. Οι αρσενικοί, ισχυρίζεται το άρθρο, ενώ έχουν την επιθυμία να γίνουν γονείς, εντούτοις, η οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση (το κύρος τού επαγγέλματος και κατά συνέπεια η κοινωνική και οικονομική τους θέση), δεν τους επιτρέπει να έχουν τις κατάλληλες ευκαιρίες ώστε να προσελκύσουν θηλυκές συντρόφους. Αυτό προφανώς ισχύει από καταβολής κόσμου, αλλά το άρθρο εστιάζει σε κάτι που έχει αλλάξει δραματικότερα κατά τη σύγχρονη εποχή, τουλάχιστον στις πιο οικονομικά εύρωστες κοινωνίες: πρόκειται για την την υξημένη δυνατότητα της γυναίκας να αυτοκαθορίζεται και να επιλέγει με τους δικούς της όρους αν ποτέ θα τεκνοποιήσει αλλά και με ποιον σύντροφο.
Γράφεται π.χ. (με ένα αδόκιμο σχήμα κατ' αντιστροφή): "...In Finland, the wealthiest women are the least likely to end up childless involuntarily, whereas low-income men are the most likely. Σε απλοποιημένη μετάφραση: σε μια χώρα όπου οι γυναίκες έχουν εισέλθει ισότιμα στην αγορά εργασίας και έχουν πλήρως εξισωθεί με τους άντρες μισθολογικά, εκεί επιλέγουν αυτές και μόνο αν θα κάνουν παιδιά ή όχι. Δεν έχουν πια την ανάγκη να προσκολληθούν σε κάποιον σύζυγο. Υπονοείται εδώ ότι μόνο οι ισχυρότεροι και πλουσιότεροι άντρες βρίσκονται στο οπτικό πεδίο μιας επαγγελματικά επιτυχημένης και οικονομικά ανεξάρτητης γυναίκας. Οι ασθενέστεροι (σωματικά, κοινωνικά, οικονομικά) άντρες έχουν αντίθετα πολύ λιγότερα περιθώρια επιλογής γυναικών, συντρόφων για τεκνοποιία. Ενώ παλαιότερα, όταν δηλαδή οι γυναίκες δεν είχαν ισότιμη επαγγελματική και κοινωνική παρουσία, τότε ακόμη και οι ταπεινότεροι κατ' επάγγελμα ή οι φτωχότεροι σε οικονομικά ή φυσικά προσόντα άντρες, είχαν ακόμη τη δυνατότητα να ζευγαρώσουν με κάποια σύζυγο -για τεκνοποιία εντός σταθερού δεσμού μιλάμε πάντα, για οικογενειακό σχήμα δηλαδή-, επιλέγοντας από ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο διαθέσιμων γυναικών.
Και το άρθρο συνεχίζει: "...That’s a big shift from the past. Historically, people from poorer families tended to transition to adulthood earlier – they left education, got jobs and started families at a younger age...". Παλαιότερα λοιπόν ήταν οι φτωχότερες τάξεις (άντρες όσο και γυναίκες) οι οποίες τεκνοποιούσαν περισσότερο και σε νεαρότερη ηλικία. Ενώ τώρα, οι τεκνοποιούντες είναι λιγότεροι, κυρίως λόγω της επιλογής των γυναικών να μην τεκνοποιήσουν, τουλάχιστον μέχρι να ολοκληρώσουν έναν κύκλο εμπειρίας ζωής (επαγγελματικής, μορφωτικής, ψυχαγωγικής, ερωτικής). Συνεπώς, σήμερα οι λιγότερες διαθέσιμες προς τεκνοποιία γυναίκες ανεβάζουν τον πήχη που πρέπει να υπερβούν οι επίδοξοι μνηστήρες. Έτσι πολλοί αρσενικοί μένουν οριστικά "εκτός νυμφώνος" (κυριολεκτικώς). Αυτό ονομάζεται -λέει-"selection effect".
Αλλά αυτό ήταν ανέκαθεν παγκόσμιος νόμος της φύσης. Γι' αυτόνομίζω ότι το άρθρο δεν μας λέει κάτι καινούργιο παρά μόνο καταγράφει το φαινόμενο. Με παρακίνησε όμως να ξεκινήσω κάποιες δικές μου σκέψεις σχετικά με την υπογεννητικότητα και με το γενικότερο δημογραφικό πρόβλημα.
Είναι δίκαιο οι γυναίκες να ζητάνε πλήρη κοινωνική και οικονομική ισοτιμία [2]. Ένα ισχυρό κίνητρο για την τεκνοποιία σήμερα, είναι ακριβώς η ισομερής συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή των παιδιών. Η εγκυμοσύνη βέβαια παραμένει -αναγκαστικά- υπόθεση της γυναίκας. Χαρακτηριστικά, αναφέρεται στο άρθρο ότι στην Κίνα, όπου από παράδοση οι άντρες δεν συμμετέχουν ισότιμα στις φροντίδες και στις ασχολίες της ανατροφής των παιδιών, εκεί οι γυναίκες έχουν πρόσφατα "επαναστατήσει". Ως αντίδραση σ' αυτή την ανισομέρεια, όλο και περισσότερες Κινέζες αρνούνται σήμερα να τεκνοποιήσουν. Ενώ στις Σκανδιναβικές χώρες, όπου η ισοτιμία των δύο φύλων έχει σε μεγάλο βαθμό ήδη επιτευχθεί και αποτελεί πλέον συστατικό του κοινωνικού τους πολιτισμού, εκεί οι γεννήσεις ανά μητέρα βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο -τουλάχιστον από αυτό της Κίνας η οποία έχει αρχίσει να καταρρέει δημογραφικά.
Το άρθρο κινείται μάλλον σε ρηχά νερά σχετικά με την αναζήτηση της βαθύτερης αιτίας των λιγότερων γεννήσεων, ένα γενικότερο φαινόμενο σε όλες τις χώρες όπου παρατηρείται οικονομική πρόοδος. Γιατί ας δούμε τι συμβαίνει και στις χώρες όπου η οικονομία είναι ακόμα σε σχετική υστέρηση και τα οφέλη της οικονομικής προόδου αγγίζουν μικρότερο μέρος του πληθυσμού τους: ακόμα και εκεί παρατηρείται μείωση των γεννήσεων ανά μητέρα. Τα παρακάτω σχεδιαγράμματα αποτυπώνουν ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

Από το 1950 και δώθε ο ρυθμός γεννήσεων πέφτει παντού και συστηματικά! Μπορεί κάποιες χώρες να έχουν ξεκινήσει από πολύ υψηλό επίπεδο αλλά η μακροπρόθεσμη τάση είναι μία μόνο: καθοδική! Αξίζει λοιπόν να σκεφτούμε: μήπως υπάρχει ένα βαθύτερο ψυχολογικό αίτιο πίσω από την παγκόσμια τάση;
Νομίζω ότι το βαθύτερο αίτιο είναι η σημερινή αυξανόμενη ροπή προς τον ατομικισμό. Άλλωστε, ο άνθρωπος πρώτα υπάρχει ως άτομο και μετά συνθέτει κοινωνία ατόμων. Η ατομική μονάδα τείνει εντισκτωδώς και κατά προτεραιότητα πρώτα προς την πραγμάτωση ατομικών προσδοκιών και αναγκών. Η δυνατότητα του ανθρώπου να βούλεται και να πραγματώσει προσδοκίες του είναι αυτό που ονομάζουμε ατομική ελευθερία (ατομικά δικαιώματα). Αντίστροφα, η ελευθερία διάθεσης εαυτού περιορίζεται από υλικές και ηθικές δεσμεύσεις επί του ατόμου, οι οποίες του επιβάλλονται τόσο από το φυσικό περιβάλλον όσο και από την ανάγκη συμβίωσης εντός κοινωνίας ατόμων (κοινωνικές υποχρεώσεις).
Το πολιτισμικό πρόσημο της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει το άτομο (οικογένεια, φυλή, έθνος, θρησκεία κ.λπ.) καθορίζεται από την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ του ατόμου και της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας εντός της οποίας αυτοπραγματώνεται και ταυτοποιείται. Όταν η ισορροπία κλίνει προς τα ατομικά δικαιώματα έχουμε μια φιλελεύθερη, ανεκτική, περιληπτική κοινωνία. Όταν προτάσσονται οι κοινωνικές υποχρεώσεις τότε προκύπτει μια κοινωνία της συνοχής και της συμμόρφωσης.
Η ισορροπία αυτή είναι θεμελιώδες γνώρισμα και συστατικό του εκάστοτε ανρθώπινου πολιτισμού. Μεταβάλλεται βεβαίως ανά την ιστορία και ανά τη γεωγραφία, καθώς επηρεάζεται από ιδεολογίες, θρησκευτικές πεποιθήσεις, κοινωνικές συνθήκες, όπως επίσης και από οικονομικές συνθήκες, υλικούς και περιβαλλοντικούς περιορισμούς. Στα ακραία σημεία του φάσματος μιλάμε είτε για άκρατο ατομισμό, ασυδοσία και κοινωνική παράλυση, είτε για κατάπνιξη της ατομικότητας και ολοκληρωτισμό.
Ας δούμε τώρα πώς η ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων επιρρεάζει το ζήτημα της γεννητικότητας. Κάθε κοινωνική ομάδα με διακριτή ταυτότητα (φυλή, έθνος, κράτος), ως όρο επιβίωσης και εξ ορισμού της διακριτότητάς της, έχει ως πρώτιστο και ζωτικότερο συλλογικό καθήκον τη φυσική της αναπαραγωγή. Είναι πρωταρχικός και υπαρξιακός όρος να γεννιέται ένας ικανός αριθμός παιδιών που προέρχεται γενετικά από την ίδια την κοινωνική ομάδα ώστε να αναπληρώνεται η φυσική φθορά (γήρας) όσο και οι άκαιρες απώλειες (ατυχήματα, ασθένειες, πόλεμοι [3]). Γι' αυτό φυλές, έθνη ή κράτη αναμένουν από τα μέλη και από τους υπηκόους τους τη φιλότιμη ατομική μέριμνα των γονέων για τα φυσικά τους τέκνα. Αξιώνουν και επιβάλλουν με νόμους, ως υποχρέωση, τη δημιουργία σταθερού ανθρώπινου περιβάλλοντος (δηλαδή αυτό που ορίζουμε ως οικογένεια) εντός του οποίου γεννιούνται και ανατρέφονται τα φυσικά τους τέκνα.
Αυτός είναι ο λόγος που σε κάθε κοινωνία (μέχρι τη σημερινή εποχή τουλάχιστον) προκρίνεται -ή επιβάλλεται ακόμη- η ενδογαμία εντός της κοινωνικής ομάδας. Αυτός είναι επίσης ο λόγος που γάμος μεταξύ άνδρα και γυναίκας γίνεται τελετουργικά, βιώνεται ως θρησκευτική μυσταγωγία, τελείται με την ανοικτή πανηγυρική συμμετοχή πλήθους συγγενών και φίλων. Η τελετουργία σκηνοθετείται εμφατικά, προς συμμετοχή και εντυπωσιασμό όσο το δυνατό περισσότερων μαρτύρων. Η εορτή προσδίδει κοινωνικό και ηθικό κύρος στο ζεύγος, ενώ τα έξοδα και η δημοσιότητά της λειτουργούν ανασταλτικά σε κάθε σκέψη πρόωρου χωρισμού. Για το επίσημο Κράτος ο γάμος αποκτά ισχυρότατη θεσμική υπόσταση και απαιτεί νομική προστασία απέναντι στην έξωθεν και έσωθεν υπονόμευσή του (μοιχεία, πολυγαμία, διαζύγιο).
Μπορεί λοιπόν η έλξη -ετερόφυλων- ανθρώπων με σκοπό την τεκνοποιία να είναι ατομικό ένστικτο, αλλά στις οργανωμένες κοινωνίες γίνεται ΚΑΙ κοινωνική αποστολή. Μπορεί να εκκινεί ως παρόρμιση και ως δικαίωμα (προς τον εαυτό), αλλά μετασχηματίζεται επίσης σε κοινωνική δέσμευση, σε υποχρέωση προς την ομάδα· Η έλξη του ζεύγους "εις γάμου κοινωνίαν" υπόκειται συνεπώς και αυτή στη διαλεκτικότητα μεταξύ αυτοπροσδιορισμού και ετεροπροσδορισμού, ως ελευθερία αλλά και ως κοινωνική υποχρέωση.
Όσο όμως και αν τα κράτη ενισχύουν θεσμικά, νομικά και οικονομικά τον γάμο με στόχο τη φυσικής αναπαραγωγής της κοινωνίας, εντούτοις, το ατομικό αναπαραγωγικό έντικτο δεν κάνει αντίστοιχους υπολογισμούς. Η ατομική ροπή προς αναπαραγωγή (ή η αναστολή της) δεν ακολουθεί μακροπρόθεσμους συλλογικούς στόχους, δεν νοιάζεται για γεωστρατηγικές πληθυσμιακής ισχύος και δεν ακολουθεί τους πολιτικούς ή οικονομικούς σχεδιασμούς της Πολιτείας. Καμιά μεγαλοομάδα (φυλή, θρησκευτική ομάδα, έθνος, κράτος, αυτοκρατορία), όσο απολυταρχική και αν είναι, δεν μπορεί να προβλέψει επαρκώς στο μικροεπίπεδο του ατόμου τη φυσική αναπαραγωγή του πληθυσμού, ούτε να την κατευθύνει με τον επιθυμητό τρόπο. Για παράδειγμα βλέπουμε πώς η ισχυρότατη κρατική παρέμβαση δεκαετιών οδήγησε την κομμουνιστική Κίνα στη σημερινή δημογραφική της κατάρρευση (το αποτέλεσμα του περιορισμού των γεννήσεων ξέφυγε του στόχου).
Μελέτες επί του δημογραφικού έχουν αποκρυπτογραφήσει τα πέντε στάδια της δημογραφικής μετάβασης (κάτωθι σχήμα). Είναι όμως πολύ δύσκολο να προβλεφθεί και να ελεγχθεί διοικητικά πόσο γρήγορα θα κινηθεί η καμπύλη σε κάθε στάδιο και ποια διακύμανση ύψους-βάθους θα έχει η κάθε φάση. Είδαμε παραπάνω πόσο διαφορετικά έχουν διακυμανθεί ιστορικά τα τελευταία χρόνια οι δημογραφικές καμπύλες σε διαφορετικές χώρες.

Αυτό που υποστηρίζω εδώ είναι ότι οι άνωθεν παρεμβάσεις από την κοινωνία και από την κυβερνητική πολιτική (επίσημες ή ανεπίσημες, ενθαρρυντικές ή αποθαρρυντικές), έχουν μεν σημαντική επίδραση στην πορεία της δημογραφικής καμπύλης, είναι όμως τελικά πολύ λιγότερο ισχυρές από τους απώτερους ψυχολογικούς παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν με αποφασιστικότερο τρόπο την ατομική βούληση των ανθρώπων.
Η στάση μας σε σχέση με την τεκνοποιία καθορίζεται πρώτιστα και κύρια από τον μύχιο κόσμο του έρωτα, του συναισθήματος και του ενστίκτου. Με τη σειρά τους, αυτές οι θεμελιώδεις κινητήριες δυνάμεις υπόκεινται σε διαλεκτική σχέση με την έξω πλευρά της ζωής: συν-καθορίζονται από την επίσημη κρατική πολιτική απέναντι στο γάμο, από τις επικρατούσες ιδεολογικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις της κοινωνίας αλλά και από πρακτικότερα ζητήματα, όπως οι οικονομικές μας δυνατότητες και επίσης το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε.
Ας εστιάσουμε συνεπώς καλύτερα στο εσωτερικό κίνητρο προς τεκνοποιία, δίνοντας λιγότερη σημασία στις οικονομικές παρεμβάσεις επί του δημογραφικού. Η παρατηρούμενη παγκόσμια μείωση της γεννητικότητας, ως καθολική τάση, δεν μπορεί παρά να έχει την αιτία της στον βαθύτερο ψυχισμό του ανθρώπου.
Αυτό επαναφέρει το ζήτημα της ελευθερίας του ατόμου: οι άνθρωποι στη Νιγηρία, στο Κονγκό (DRC) ή στη Σενεγάλη, κάνουν πολλά παιδιά από ανάγκη. Η θνησιμότητα του παιδικού όσο και του ενήλικου πληθυσμού δεν αφήνουν περιθώρια επαρκώς προβλέψιμου οικογενειακού προγραμματισμού. Αυτή η πικρή αλήθεια ισχύει -δυστυχώς ακόμη- για τις περισσότερες χώρες της Αφρικής.
Υπάρχει όμως και η ψυχολογική πλευρά: όπως είχε πει κάποτε ένας καθηγητής στο Φυσικό της Αθήνας (ο κος Θεοφίλου), από τα λίγα πράγματα που μπορούν να χαίρονται όσοι ζουν σε συνθήκες ένδειας και κοινωνικού αποκλεισμού είναι μια κάποια εφήμερη ηδονή και -κυρίως- η αίσθηση ότι περιβάλλονται από τους δικούς τους απογόνους. Περιτριγυρισμένοι από παιδιά νιώθουν ότι δεν είναι ούτε απόβλητοι ούτε περιθωριοποιημένοι. Αντίθετα, ως γονείς αισθάνονται παραγωγικοί και δημιουργικοί. Γίνονται αξιοσέβαστοι μέσα σε έναν δικό τους οικογενειακό μικρόκοσμο άμεσα καθορισμένο από αυτούς, παρά την έσχατη οικονομική τους στέρηση. Άλλωστε, αγάπη και ψυχικός πλούτος μπορεί να υπάρχουν σε αφθονία ακόμη και μέσα στην ακραία φτώχεια.
Στις χώρες του Ισλάμ πάλι, ακόμη και εκεί όπου οι οικονομικές συνθήκες έχουν προοδεύσει, υπάρχει σαφής θρησκευτική παρότρυνση ώστε να επεκταθεί η "ούμμα" [4], το απανταχού έθνος των Μουσουλμάνων. Με παρόμοιο τρόπο η εβραϊκή και η χριστιανική θρησκεία κυρήττουν τη θεϊκή προέλευση του γάμου και τον ευλογούν κατά τη θεϊκή εντολή "αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής..." (Γέννεσις, Κεφ. 9, Θ). Οι τρεις ομογάλακτες μονοθεϊστικές θρησκείες επιβραβεύουν ηθικά και δοξολογούν όσους πιστούς προάγουν και πραγματώνουν το πρότυπο της πολυμελούς οικογένειας [5].
Μετά από αυτή την εισαγωγή για τους ψυχολογικούς και ηθικούς παράγοντες της γεννητικότητας, ας δούμε πώς αποτυπώνεται χαρακτηριστικά η παγκόσμια γεωγραφία της:

Παρατηρούμε ότι όπου η ατομική ελευθερία περιορίζεται -ως δυνατότητα διάθεσης εαυτού για τη γέννηση απογόνων-, είτε από τις βιολογικές επιταγές (θνησιμότητα) είτε από θρησκευτικά προτάγματα, εκεί ακριβώς ο ρυθμός των γεννήσεων είναι υψηλότερος.
Ας εστιάσουμε όμως στην οικονομικά ανεπτυγμένη Ευρώπη, εκεί όπου ο σύγχρονος ευρωπαϊκός πολιτισμός προτάσσει και προωθεί πολιτικές για την απαλλαγή του άτομου από τους ετεροπροσδιορισμούς εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής προέλευσης [6]. Αν στην Ευρώπη ισχύουν ιδανικές εξωτερικές συνθήκες (χαμηλή θνησιμότητα, οικονομικές δυνατότητες, απελευθέρωση από θρησκευτικούς και φυλετικούς ετεροπροσδιορισμούς), τότε αυτός είναι ένας κατάλληλος πολιτισμικός και οικονομικός χώρος ώστε να εξετάσουμε το ένστικτο της αναπαραγωγής σε "εργαστηριακές συνθήκες" ατομικής ελευθερίας.
Κοιτάζοντας τον ευρωπαϊκό χάρτη γεννητικότητας ποιο γενικό φαινόμενο παρατηρείται; Είναι η απογοητευτική εικόνα όχι απλά μιας Γηραιάς [7], αλλά μιας θνήσκουσας ηπείρου (βλ. και μεταγενέστερη σημείωση [11] για πιο πρόσφατα στοιχεία, τα οποία είναι ακόμα πιο απογοητευτικά για την Ελλάδα).
Ίσως στο Βορρά παρατηρείται κάτι οριακά καλύτερο, αλλά στο Νότο (δυστυχώς, και στην Ελλάδα) συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο και απειλητικό. Σε πρώτη ανάλυση, η μικρή διαφορά μεταξύ Βορρά-Νότου αποδίδεται στη συσχέτιση της γεννητικότητας με την γενική ατομική οικονομική δυνατότητα των γονέων. Κατά δεύτερο -και σημαντικότερο ίσως- λόγο οφείλεται στη στοχευμένη κοινωνική μέριμνα της Πολιτείας. Οι αναλύσεις των συμβατικών ερευνών ασχολούνται πάντα μ' αυτό το οικονομικό επίπεδο και μόνον. Είναι η οικονομική πλευρά που προβάλεται στα συστημικά μέσα ενημέρωσης (όπως στο άρθρο του BBC) και εκεί εστιάζουν οι δημογραφικές πολιτικές των κυβερνήσεων.
Αντίθετα, η συσχέτιση του φαινομένου με τον άκρατο ατομισμό σπανιώτερα εντοπίζεται και σπανιώτατα αναδεικνύεται πειστικά ως το βασικό αίτιο της υπογενητικότητας. Ίσως γιατί εμείς οι ίδιοι -θεατές και δρώντες μαζί- είμαστε πλήρως εμποτισμένοι με το πνεύμα του ατομισμού και απαλλάσουμε τον εαυτό μας από την αυτοκριτική. Λέμε πάντα -σε πρώτη ζήτηση και συζήτηση- ότι δεν έχουμε τα κατάλληλα εξωτερικά κίνητρα (την οικονομική ευχέρεια κυρίως) για να κάνουμε παιδιά. Ενώ αυτό που αληθινά μας συγκρατεί είναι η δική μας απροθυμία να τεκνοποιήσουμε.
Αναζητώντας περισσότερο υλικό διάβασα και μια άλλη έρευνα (Πηγή 2), η οποία έγινε για λογαριασμό του μη κερδοσκοπικού ερευνητικού οργανισμού "διαΝΕΟσις". Την έρευνα διενέργησε μια ομάδα ερευνητών του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), με συντονιστή και επιστημονικό υπεύθυνο τον Διευθυντή Ερευνών του ΕΚΚΕ, Διονύση Μπαλούρδο. Από εκεί πήρα και το εισαγωγικό γράφημα για την εξέλιξη της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα.
Πριν σχολιάσω τη μεθοδολογία της έρευνας, θα κάνω παρατηρήσεις πάνω σε δύο γραφήματα τα οποία παρατίθενται στην έρευνα και τα οποία προέρχονται από στοιχεία της Eurostat.
Πρώτα, το γράφημα της γονιμότητας σε σχέση με τη μέση ηλικία:

Παρατηρούμε ότι οι τέως σοσιαλιστικές χώρες βρίσκονται όλες αριστερά του μέσου όρου (29 έτη). Το αποτέλεσμα οφείλεται στην ιστορική πολιτική και κοινωνική εμπειρία αυτών των χωρών, όπου μέχρι το 1990 υπήρχε καθεστώς σχεδόν πλήρους ανελευθερίας διάθεσης εαυτού. Το σοσιαλιστικό κράτος καθόριζε πατερναλιστικά το αυστηρό πλαίσιο ηθικής και μορφωτικής εκπαίδευσης των παιδιών. Προέβλεπε επίσης και κατεύθυνε διατεταγμένα ακόμα και την επαγγελματική τους ζωή. Άλλωστε, η σοσιαλιστική κοινωνία είχε ως ιδεολογικό πρόταγμα τον περιορισμό του αυτοπροσδιορισμού του ατόμου. Ήξερες πάνω-κάτω ποιο θα ήταν το μεσοπρόθεσμο μέλλον σου και έτσι προχωρούσες από νωρίς στη ζωή προς τον επόμενο στόχο-καθήκον προς τη σοσιαλιστική πατρίδα: ως φιλότιμος πολίτης έπρεπε να κάνεις παιδιά προς δόξαν και περαιτέρω πρόοδο της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Εκεί και τότε λοιπόν ίσχυε πλήρως ο νόμος της συσχέτισης γονιμότητας και ετεροπροσδιορισμού καθώς ο σχεδιασμός της ζωής γινόταν "έξωθεν". Έτσι, αυτό που παρατηούμε σήμερα στα ανωτέρω διαγράμματα είναι απλά ο απόηχος της πάλαι ποτέ σοσιαλιστικής πολιτικής [8] και ο οποίος αποσβένεται ταχύτατα.
Μια δεύτερη παρατήρηση είναι η σχετικά υψηλότερη γονιμότητα των πιο ανεπτυγμένων χωρών, όσων δηλαδή παρέχουν ισχυρή επιδοματική στήριξη στη μητρότητα. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως αυτές οι χώρες έχουν επίσης γίνει χώρες υποδοχής μεταναστών, κυρίως από μουσουλμανικές και αφρικανικές χώρες (έχω υπογραμμίσει με κόκκινο τις βασικές χώρες υποδοχής). Μήπως λοιπόν υπάρχει κάποια στρέβλωση -υπέρ του θετικού προσήμου- των αποτελεσμάτων εξαιτίας της μετανάστευσης;
Υπάρχει άρα ζήτημα ερευνητικής μεθοδολογίας εδώ. Ένας αντικειμενικός ερευνητής θα έπρεπε να προχωρήσει σε βαθύτερη ανάλυση των αριθμών και να διαχωρίσει τις γεννήσεις που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, τουλάχιστον αυτών της πρώτης γενιάς. Με βάση όσα προείπαμε για την πολιτισμική και θρησκευτική διάσταση της γεννητικότητας στις χώρες του Ισλάμ και της Αφρικής, είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι ο υψηλός δείκτης γονιμότητας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους νεήλυδες μετανάστες, οι οποίοι μεταφυτεύουν το δικό τους πολιτισμικό προτύπο της πολυμελούς οικογένειας τώρα σε περιβάλλον πλουσιοπάροχης κοινωνικής μέριμνας και άφθονων υποδομών για την υποστήριξης της μητρότητας. Αν αφαιρούνταν η συνεισφορά αυτής της "φρέσκιας" κοινωνικής μερίδας, τότε θα μπορούσε -ίσως- να καταδειχτεί ότι οι ιθαγενείς πολίτες των βόρειων χωρών έχουν και αυτοί επίπεδα γονιμότητας το ίδιο χαμηλά με αυτά των οικονομικά ασθενέστερων ευρωπαϊκών χωρών. Αν αυτό αποδειχτεί από μια πιο προσεκτική ανάλυση των στοιχείων τότε θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι, τελικά, η γονιμότητα δεν συναρτάται ισχυρά με τις οικονομικές παροχές. Αυτό π.χ. πρέπει να συμβαίνει ήδη για τη Γερμανία και την Αυστρία. Σχεδόν σίγουρα αυτές οι χώρες θα εμφάνιζαν ακόμα χαμηλότερο δείκτη μητρότητας για τον ιθαγενή πληθυσμό αν οι μετρήσεις δεν συμπεριλάμβαναν τους μετανάστες.
Ποιος θα τολμούσε όμως να προσβάλει την πολιτική της ορθότητα έρευνας της Eurostat αξιώνοντας τέτοιους διαχωρισμούς; Για μια πραγματικά επιστημονική μελέτη όμως αυτό ακριβώς απαιτείται.
Η άλλη -και πιο μελαγχολική- παρατήρηση είναι για τις χώρες που βρίσκονται κάτω από το όριο των 1,5 γεννήσεων ανά μητέρα. Είτε νωρίς γίνονται μητέρες, είτε αργότερα, οι Αλβανές, οι πρώην Γιουγκοσλάβες και οι Μεσόγειες ευρωπαίες (φυσικά και οι Ελληνίδες), κάνουν δυστυχώς τα λιγότερα παιδιά στην Ευρώπη. Η πιο συχνή αιτία πρέπει να είναι η έλλειψη δομών βρεφικής και παιδικής φροντίδας, η έλλειψη επιδοματικής στήριξης της μητρότητας αλλά και το χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Είναι ακριβώς εκεί, στο κάτω μέρος του διαγράμματος (οι χειρότερες επιδόσεις εντός ενός απογοητευτικού ευρωπαϊκού συνόλου), όπου η "οικονομία" φαίνεται να συσχετίζεται πιο ισχυρά (και αρνητικά) με τη γεννητικότητα.
Σε αληθινά απελπιστική θέση είναι οι χώρες στο κάτω δεξί μέρος του διαγράμματος, εκεί όπου οι γυναίκες κάνουν όχι μόνο λιγότερα παιδιά αλλά τεκνοποιούν και πολύ αργά στη ζωή τους. Οι χώρες αυτές θα πρέπει να θεωρούνται καταδικασμένες σε οικονομικό μαρασμό, σε πολιτισμική αλλοίωση και, αν γειτνιάζουν και με κάποιο επίφοβο γείτονα, ακόμη και σε γεωπολιτικό αφανισμό. Μήπως διακρίνεται εκεί μια τέτοια καταδικασμένη χώρα;
Περνάμε στο δεύτερο διάγραμμα, εκεί όπου ο οριζόντιος άξονας "ηλικία" έχει αντικατασταθεί από την "οικονομία" (το επίπεδο δαπανών για την προστασία του παιδιού και της οικογένειας):

Τράβηξα μια προσεγγιστική γραμμή γραμμή παλινδρόμισης (linear regression), δηλαδή ένα είδος μέσης συσχέτισης. Αυτό προβλέπεται σε αναλύσεις δεδομένων αυτής της μορφής, όταν δηλαδή ερευνάται μια υποτιθέμενη συσχέτιση (μια εξάρτηση της μορφής f(x)=y). Το ζητούμενο εδώ είναι η ύπαρξη (ή όχι) ισχυρής σχέσης μεταξύ γεννήσεων και επιδότησης της μητρότητας (οικονομική στήριξη). Μια ισχυρή σχέση θα σήμαινε ότι τα σημεία οφείλουν να βρίσκονται πολύ κοντά στη μέση γραμμή. Αντίθετα, μεγάλες αποκλίσεις από τη μέση γραμμή (κάθετες αποστάσεις) θα υποδείκνυαν χαλαρή σχέση, ενώ εντελώς ακανόνιστη θέση των σημείων πρακτικά σημαίνει μη μετρήσιμη συσχέτιση (μη σχέση).
Αυτό ακριβώς (δηλαδή, "μη-σχέση") άλλωστε παρατηρείται στο προηγούμενο διάγραμμα, αυτό των "γεννήσεων σε σχέση με την ηλικία". Σε τούτο όμως, το δεύτερο διάγραμμα της "σχέσης οικονομίας-γεννήσεων", είναι φανερό ότι διαφαίνεται μια πολύ χαλαρή σχέση. Δηλαδή, στην έρευνα για αναζήτηση των βαθύτερων αιτίων της υπογεννητικότητας, τελικά διαφείνεται ότι η οικονομία αναδεικνύεται ένας δευτερεύων παράγοντας επιρροής.
Εκεί που τα σημεία είναι πιο κοντά στη μέση γραμμή είναι στο κάτω αριστερό τεταρτημόριο. Αυτή είναι η περιοχή των εξαθλιωμένων χωρών (les miserables), περίπου των ίδιων χωρών όσων έχουμε ήδη εντοπίσει και στο προηγούμενο διάγραμμα να αυτο-καταδικάζονται σε φυσική και πολιτισμική εξαφάνιση του ιθαγενούς πληθυσμού τους. Είπαμε προηγουμένως πως το γεγονός ότι οι χώρες αυτές βρίσκονταν κάτω από το όριο του 1,5 παιδιού ανά μητέρα όφειλε να έχει σχέση και με την κακή οικονομική τους κατάσταση, τουλάχιστον για τη δεκαετία της κρίσης (2010-2020). Το τελευταίο διάγραμμα επιβεβαιώνει αυτή την πρόβλεψη.
Στο πάνω δεξί τεταρτημόριο βρίσκονται οι χώρες όπου η κοινωνική και επαγγελματική ισότητα των φύλων έχει κατακτηθεί από δεκαετίες και οι οποίες διακρίνονται ταυτόχρονα για τη δημοσιονομική τους ευρωστία και για το υψηλότατο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών τους. Παρότι οι χώρες αυτές παρέχουν ισχυρή οικονομική και θεσμική ενίσχυση της μητρότητας, εντούτοις παρατηρούμε πολύ μεγάλες αποκλίσεις από τον άξονα. Ακόμη και σε χώρες με παρόμοια κοινωνική και πολιτική κουλτούρα (πχ. Σκανδιναβικές), οι μεταξύ τους διαφορές είναι τόσο σημαντικές ώστε ν' αναρωτιέται κανείς για την ύπαρξη ή όχι κάποιου σοβαρού συσχετισμού μεταξύ οικονομίας και γεννήσεων. Πόσο μάλλον που η Γερμανία και η Αυστρία, με τα υψηλότατα μέσα ατομικά εισοδήματα, φαίνεται ν' αποτυγχάνουν να πείσουν τους κατοίκους τους να γίνουν γονείς, παρά την γαλαντόμο οικονομική υποστήριξη τόσο των γεννήσεων όσο και της ανατροφής των παιδιών. Η δε ιδιάζουσα θέση της Γαλλίας (πολύ πάνω από τη μέση γραμμή) με κάνει να υποψιάζομαι ότι εκεί έχουμε στρέβλωση λόγω του μεταναστευτικού φαινομένου, αφού είναι ακριβώς στη Γαλλία εκεί όπου παρατηρείται ο αναλογικά μεγαλύτερος αριθμός μεταναστών από μουσουλμανικές και αφρικανικές χώρες.
Μια πραγματικά αναλυτική δουλειά θα ήταν συνεπώς η έρευνα της επίδρασης του μεταναστευτικού φαινομένου για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Αλλά αυτό θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου για μια ριζοσπαστικότερη πολιτική συζήτηση του μεταναστευτικού, την οποία η υπερκυβέρνηση των Βρυξελλών αποτάσσεται.
Διορθώνοντας τα στοιχεία ως προς την επίδραση της μετανάστευσης αλλοδαπών πληθυσμών με υψηλή γεννητικότητα, είναι σίγουρο ότι η μέση γραμμή για τον ιθαγενή πληθυσμού θα είχε αρκετά μικρότερη κλίση. Δηλαδή αναμένεται ότι ο ρυθμός γεννήσεων αυξάνει μεν με τη μεγαλύτερη οικονομική στήριξη, αλλά με πολύ μικρότερη απόκριση απ' ότι σε άλλους πληθυσμούς με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο. Αυτό δεν είναι καθόλου αισιόδοξο για τις χώρες του πρώτου τεταρτημορίου (les miserables), οι οποίες προσβλέπουν σε κάποια ανάκαμψη των γεννήσεων αν ποτέ κατάφερναν να βρουν δημοσιονομικό πλεόνασμα ώστε να χρηματοδοτήσουν επιδοματικές πολιτικές υπέρ της μητρότητας. Η πρόβλεψη είναι ότι πολλά λεφτά θα ξοδεύονταν με πολύ μικρή θετική απόκριση.
Αυτό που θα ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρον -και ίσως αποκαλυπτικό- θα ήταν να απεικονιστεί το ίδιο διάγραμμα αποκλειστικά για τους μετανάστες.
Πού θα προβλέπαμε ότι θα βρίσκονταν οι ρυθμοί γεννήσεων των μεταναστών; Προσωπικά, θα περίμενα μια γραμμή που ξεκινά ήδη ψηλά στον κατακόρυφο άξονα άλλα έχει επίσης και ισχυρή ανοδική κλίση. Αντίθετα, για τους ιθαγενείς πολίτες θα περίμενα μια σχεδόν οριζόντια καμπύλη (σχετική αδιαφορία για τα επιδόματα), ταυτόχρονα με το απογοητευτικά χαμηλό σημείο εκκίνησης.
Θα περίμενα να βρεθεί ότι οι μετανάστες από τις μουσουλμανικές και αφρικανικές χώρες κάνουν πολλά παιδιά έτσι και αλλιώς, αρκετά περισσότερα από τους γηγενείς της γειτονιάς τους ανά τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Θα περίμενα επίσης να φανεί ότι τους πληθυσμούς των μεταναστών τους επηρεάζει σημαντικά (θετικά) το επιδοματικό καθεστώς. Αντίθετα, και παρά τους ισχυρισμούς των συμβατικών ερευνών και της συμβατικής πολιτικής σκέψης, θα ανέμενα να καταδειχθεί ότι οι ευρωπαϊκής καταγωγής πληθυσμοί δεν κάνουν παιδιά κυρίως από πεποίθηση.
Θα πρόβλεπα επίσης ότι μια σχετική έρευνα εντός της ίδια χώρας, με το εισοδηματικό επίπεδο των πολιτών τ΄ρα ως ανεξάρτητη μεταβλητή, θα έδειχνε ότι η οικονομική ανασφάλεια είναι δευτερεύων μόνο παράγοντας. Ότι δηλαδή, δεν είναι ταξικό το ζήτημα, αλλά ψυχολογικό και ηθικό.
Ασ δούμε από το διάγραμμα και την επιρροή που ασκεί η θρησκεία πάνω στη γεννητικότητα. Δείτε τη θέση της Ιρλανδίας και της Τουρκίας, για τις οποίες δεν υπάρχει σημαντική -ως μηδενική για την τελευταία- στρέβλωση λόγω της μετανάστευσης αλλοεθνών. Οι καθολικοί Ιρλανδοί κάνουν παραδοσιακά πολλά παιδιά. Ακόμη και στη Βόρεια Ιρλανδία (Μπέλφαστ), εκεί όπου οι προτεστάντες Ιρλανδοί ήταν κάποτε πλειοψηφία, σήμερα η δημογραφική δυναμική των καθολικών τούς έχει πλέον υποσκελίσει. Όσο δε για την Τουρκία, εκεί διακρίνεται καθαρά το φαινόμενο της επιρροής της θρησκείας και των σχετικών παραδόσεων. Μάλιστα, εντός της Τουρκίας υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ της γεννητικότητας στα δυτικά της παράλια (Σμύρνη κ.λπ.) και της Ανατολίας από την άλλη μεριά (ιδιαίτερα για τους Τούρκους πολίτες κουρδικής καταγωγής).
Είδαμε πόσα σοβαρότατα συμπεράσματα μπορεί να εξαχθούν από μια σχετικά απλή μελέτη κάποιων διαγραμμάτων και από μια πιο στοχευμένη έρευνα. Διαβάστε όμως στο σύνολό του το άρθρο στο "διαΝΕΟσις" και θα διαπιστώσετε ότι πέρα από τα οφθαλμοφανή (ότι π.χ. οι πλούσιες χώρες τα καταφέρνουν κάπως καλύτερα), πρακτικά δεν γίνεται κάποια ουσιαστική ανάλυση των αιτίων της δημογραφικής μας παρακμής. Μόνο συγκριτικά δεδομένα παρέχονται, τα οποία τα γνωρίζουμε άλλωστε ήδη. Βέβαια, τα διαγράμματα που παρέχει η Eurostat μάς δείχνουν τι χειρότερη μοίρα ετοιμάζουμε εμείς στην Ελλάδα για τα παιδιά μας. Αξίζει να τα δούμε γι' αυτό και μόνον.
Όσο για τις προτάσεις αντιμετώπισης της δημογραφικής κατάρρευσης, η έρευνα του ΕΚΚΕ δεν προτείνει κάτι καινοτόμο, πέρα από τη μόνιμη επωδό για αύξηση της οικονομικής στήριξης της γέννησης και της ανατροφής. Ορθά βεβαίως προτείνονται αυτά, αλλά δεν εξειδικεύονται επαρκώς και προς τη σωστή κατεύθυνση. Η πρόταση αποτελεί απλώς μίμηση ξένων προτύπων, ειδικά των σκανδιναβικών χωρών, οι οποίες έχουν εντελώς διαφορετικό κοινωνικό πολιτισμό, διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και οικογενειακές παράδοσεις, αλλά και πολύ διαφορετικές εθνικές και γεωπολιτικές προκλήσεις από ότι η Ελλάδα.
Στο "διαΝΕΟσις" επαναλαμβάνεται λοιπόν η πανευρωπαϊκή συνταγογράφηση των έξι κατευθύνσεων (ο επιτονισμός είναι των συντακτών της έκθεσης):
- Μείωση της φτώχειας και εισοδηματική υποστήριξη
- Άμεση αποζημίωση για το οικονομικό κόστος των παιδιών
- Προώθηση της απασχόλησης, ειδικά για γυναίκες
- Μεγαλύτερη ισότητα των φύλων
- Υποστήριξη ανάπτυξης για την πρώιμη παιδική ηλικία
- Αύξηση της γεννητικότητας
"...Γενικά, τα μέτρα οικογενειακής πολιτικής πρέπει σε γενικές γραμμές να στοχεύουν στην ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος. Αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας -όταν οι άμεσες ανάγκες μιας οικογένειας καλύπτονται, η ανησυχία για το μέλλον μειώνεται και η απόφαση τεκνοποίησης γίνεται ευκολότερη. Επιπλέον και στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να αντιμετωπίζεται το υψηλό κόστος φροντίδας και ανατροφής του παιδιού, ενώ πρέπει να στηρίζεται και η οικογενειακή ζωή, περιορίζοντας τις θυσίες στα επαγγελματικά και προσωπικά θέματα που καλούνται να κάνουν οι γονείς. Ο στόχος είναι τα ζευγάρια -και μάλιστα ειδικά τα νέα ζευγάρια- που επιθυμούν να κάνουν παιδί να μπορούν να πάρουν την απόφαση νωρίτερα ώστε να έχουν μεγαλύτερο περιθώριο, αν θέλουν, να κάνουν και δεύτερο ή και τρίτο στο μέλλον..."
Δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς με τα παραπάνω, όμως δεν ποσοτικοποιούνται κατάλληλα (ποιο είναι το επί μέρους και συνoλικό τους κόστος;), δεν εξειδικεύονται και δεν έχουν μελεητηθεί ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Για παράδειγμα, το οποιοδήποτε επίδομα τοκετού απορροφάται πλήρως από την αύξηση των δαπανών του μαιευτηρίου και του μαιευτήρα (όσοι έχουν περάσει από αυτή τη διαδικασία ξέρουν)· τα μηνιαία επιδόματα υφίστανται την ίδια πληθωριστική υποτίμηση όπως και οι μισθοί, αφού δεν αναπροσαρμόζονται στην ώρα τους· ένα μεγαλύτερο αυτοκίνητο δεν λύνει το πρόβλημα της μετακίνησης μιας οικογένειας, αφού η αυτόνομη κίνηση κάθε γονιού για επαγγελματικούς λόγους, και οι καθημερινές μετακινήσεις στις διάφορες σχολικές και εξωσχολικές ασχολίες των παιδιών απαιτούν μάλλον δύο μικρότερα παρά ένα αλλά μεγαλύτερο αυτοκίνητο· οι επιδοτήσεις βρεφονηπιακών σταθμών ή της κατ' οίκον βοήθειας από βρεφοκόμο/παιδοκόμο υφίστανται την ίδια πληθωριστική αδυναμία, χώρια που τα παιδιά απομακρύνονται καθημερινά σε πολύ πρώιμη ηλικία από τους γονείς και από την ευρύτερη οικογένειά τους.
Γενικώς, τα κατευθυνόμενα επιδόματα σε μια μια αγορά που δεν είναι ελαστική ως προς την προσφορά (όταν δεν είναι εύκολη είσοδος νέων παρόχων υπηρεσιών και αγαθών) είναι πλήρως αναποτελεσματικά. Επιδόματα που ενισχύουν τη ζήτηση (ενοικίου, επιτοκίου, εισητηρίων, διακοπών, διδάκτρων, τοκετού κλπ.) οδηγούν σε σχεδόν ισόποση αύξηση των τιμών από την πλευρά της προσφοράς. Οπότε, αυτά τα επιδόματα ακυρώνονται στην πράξη, αφού όμως αυξήσουν πρώτα τον γενικό πληθωρισμό.
Ας προσπαθήσουμε όμως να δούμε το πρόβλημα στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμικού υποβάθρου, προσαρμόζοντας θεσμικές και οικονομικές ενισχύσεις για τη τεκνοποιία και τη μητρότητα στη δική μας κοινωνική και πολιτισμική παράδοση. Π.χ. το πρότυπο των Σουηδών ή των Δανών πατεράδων, οι οποίοι συμμετέχουν εξ ίσου στη φροντίδα και στο μεγάλωμα των παιδιών (εννοείται, απολαμβάνοντας τα ίδια εργασιακά προνόμια όπως και μια μητέρα), δεν είναι εύκολα εφαρμόσιμο στη χώρα μας, ακριβώς λόγω του διαφορετικού πολιτισμικού παραδείγματος. Ενώ π.χ. υπάρχουν στην Ελλάδα αρκετές γυναίκες που με ευχαρίστηση θα έμεναν σπίτι για μακρό χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, πολύ λίγοι άνδρες θα άφηναν προσωρινά το επάγγελμά τους για να κάνουν το ίδιο. Αυτό το πρότυπο είναι δύσκολο να αλλάξει με τον επείγοντα τρόπο που απαιτεί η προϊούσα δημογραφική κατάρρευση της Ελλάδας. Άλλα μέτρα χρειάζονται εδώ.
Στη ελληνική κοινωνία της εκτεταμένης οικογένειας (όχι του πυρηνικού σχήματος, δηλαδή, μόνο γονείς και παιδιά), των παπούδων, των εξαδέρφων, των θείων, των φίλων και των γειτόνων, η βοήθεια για την ανατροφή των παιδιών παραδοσιακά προερχόταν από αυτόν τον εκτεταμένο κύκλο, ο οποίος περιέβαλλε γονείς και τέκνα. Αυτό που έχει νόημα είναι η επαρκής οικονομική ενίσχυση της ανατροφής των παιδιών.
Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Ο ένας είναι επιδοματικός, ως αύξηση μισθού, με σταθερό και επαρκές ποσό ανά παιδί. Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με τα κατευθυνόμενα (εξειδικευμένα) επιδόματα είναι ότι αυτό το γενικό επίδομα μητρότητας δεν εξαργυρώνεται έναντι συγκεκριμένης δαπάνης, οπότε δεν αυτοακυρώνεται αυξάνοντας τις τιμές προσφοράς. Αντί να επιδοτείται ο βρεφονηπιακός σταθμός, θα μπορούσε να αυξηθεί ισόποσα το εισόδημα του γονιού, ο οποίος θα μπορούσε να κρατήσει τα χρήματα και να τα διαθέσει στον φίλο, στον γείτονα ή και στον παππού που κρατάει το παιδί. Όταν τα χρήματα της επιδότησης είναι λίγα, δεν έχει νόημα να προτείνεις καν μια τέτοια σοβαρή δέσμευση και ευθύνη από κάποιον της ευρύτερης οικογένειας ή του φιλικού περιβάλοντος. Όταν τα χρήματα είναι όμως αρκετά, τότε οι επιλογές αυξάνονται. Τέτοια διαθεσιμότητα συγγενικού κια φιλικού ανθρώπινου περίγυρου για ν' αναλάβει την ανατροφή παιδιών απλά δεν υπάρχει στις βόρειες χώρες.
Τα επιδόματα γενικού χαρακτήρα επί του μισθού πάσχουν όμως το ίδιο στην αναπροσαρμογή τους έναντι του πληθωρισμού. Επειδή είναι γενικά (κάθε γονιός το ίδιο) δεν συνδέονται με τις ειδικές συνθήκες εξόδων ανατροφής που έχει ανάγκη κάθε γονιός.
Υπάρχει όμως άλλος και πολύ πιο απλός, αποτελεσματικός και κοινωνικά δίκαιος τρόπος ενίσχυσης της ανατροφής των παιδιών Το πράγμα μπορεί να απλοποιηθεί ως εξής:
1. Να συνδεθεί η φορολογική κλίμακα με την τεκνοποιία: Μείωση, πχ. κατά 20%, της όποιας φορολογικής κλίμακας (προσοχή: της κλίμακας του φόρου, όχι απλά του φόρου!) για το πρώτο παιδί. Να ακουθήσει νέα μείωση π.χ. κατά 50% για το δεύτερο παιδί και το σημαντικότερο, να θεσμοθετηθεί πλήρης φορολογική απαλλαγή για το τρίτο παιδί. Είναι ένα ανταποδοτικό και κοινωνικάδίκαιο μέτρο, με το οποίο η Πολιτεία δηλώνει επίσημα ότι το ζευγάρι που έχει αποκτήσει τρίτο παιδί πρέπει να θεωρείται ότι έχει ήδη εκπληρώσει τις φορολογικές του υποχρεώσεις απέναντι στην Πατρίδα και το Έθνος.
Μάλιστα, στο βαθμό που η συνολική άμεση φορολογία των Ελλήνων αποδίδει μόνο €15 δις από τα συνολικά €69 δις των φοροεσόδων (2024), το μέτρο αυτό δεν θα άλλαζε δραματικά τα φορολογικά έσοδα τα οποία σε μεγάλο βαθμό θα αναπληρώνονταν από την υψηλότερη κατανάλωση και από την αύξηση της αποδοτικότητας της εργασίας. Γιατί έχοντας απαλαχτεί πλήρως από την άμεση φορολογία εισοδήματος, οι τρίτεκνοι γονείς θα έχουν κίνητρο να εργάζονται ακόμα περισότερο, αν αυτοί το επιλέξουν. Είναι δικό τους πλέον ζήτημα αν θα εργαστούν περισσότερο ώστε να εισπράξουν περισσότερα, ή αν θα χρησιμοποιήσουν τον διαθέσιμο χρόνο τους για την δική τους παρουσία στην ανατροφή των παιδιών τους.
Με αυτό τον τρόπο, αυξάνεται σε μόνιμη και αναλογική βάση το διαθέσιμο εισόδημα των γονιών, σε ευθεία σχέση με την αμοιβή της εργασίας τους. Και ας διαθέσουν πλέον οι γονείς το αυξημένο τους εισόδημα όπου και όπως θέλουν: σε μικρά ή μεγάλα αυτοκίνητα, σε βρεφονηπιακό σταθμό ή στη γιαγιά που φροντίζει τα εγγόνια, σε ταξίδια ή σε ψυχαγωγία, σε μεγαλύτερο σπίτι ή σε εκπαιδευτικές ενασχολήσεις των παιδιών [9], [10].
Ως προς την αποτελεσματικότητα και την κοστολόγησή του ασ κάνουμε τον εξής υπολογισμό: στο δημογραφικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων μάς λείπουν πλέον περίπου 60.000 γεννήσεις νέων Ελλήνων το χρόνο. Απο την άλλη, από τα €15 περίπου δις των άμεσων φόρων, τα 3/4 περίπου τα συνεισφέρουν το 20% των "πλουσιώτερων" Ελλήνων (όλα τα σχετικά στοιχέια απο την Πηγή 4, σελ. 97 και αλλού), ήτοι γύρω στο 1,2 εκ. συμπατριώτες μας, από τους 6 εκ. συνολικά που υποβάλλουμε φορολογικές δηλώσεις (αφήνουμε προς το παρόν το θέμα της φοροδιαφυγής). Κάτι λιγότερο από το ένα τρίτο από αυτούς βρίσκεται σε γόνιμη ηλικία, ας πούμε περίπου 300 χιλ. Γιατί λοιπόν να μην βρεθούν 60 χιλιάδες γόνιμα ελληνικά ζευγάρια (120 χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες), εντός αυτής μόνο της φορολογούμενης ομάδας, που με κίνητρο την απαλλαγή τους από την φορολογία να επιδιώξουν ακόμα ένα παιδί (σταδιακά βεβαίως, δεν θα περάσουν όλοι αυτοί από το δεύτερο στο τρίτο παιδί με τη μία);
Το επαναλαμβανόμενο ετήσιο αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων δεν θα κλείσει βέβαια μ' ένα μόνον εφ' άπαξ κύμα τοκετών. Όμως η αναστροφή της τάσης θα ξεκινήσει.
Επειδή η μέση φορολογία του 20% αυτών των "πλούσιων" Ελλήνων είναι περί τα €6000 ετησίως, αν καταφέρναμε να προκαλέσουμε 20 χιλ. γεννήσεις κατ΄ έτος μέσα από την πλήρη φοροαπαλλαγή του ζεύγους "πλουσίων" (40 χιλ. φορολογούμενοι), τότε το ετήσιο φορολογικό έλλειμμα είναι μόνο €240 εκ., δηλαδή το ένα δέκατο του ετήσιου ΕΝΦΙΑ!
Επειδή η φοροαπαλλαγή έναντι γέννησης περισσότερων παιδιών θα λειτουργήσει και ως κίνητρο μείωσης της φοροδιαφυγής (εμφάνιση εισοδημάτων), θα περίμενε κανείς και τη συνεισφορά σ' αυτό το baby boom και των άλλων φολογούμενων ομάδων (το υπόλοιπο 3/4 των φορολογικά "πτωχών"). Σχετικά σύντομα τότε, ίσως σε διάστημα μιας 5-εντίας και μόνον, το έλλειμμα γεννήσεων θα είχε αναστρέψει την αυξητική τάση του, με κόστος πολύ μικρότερο του ετήσιου ΕΝΦΙΑ!!!
2. Να μπορεί να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα η τρίτεκνη μητέρα: Υπενθυμίζω ότι αυτό το μέτρο παλαιότερα ίσχυε αλλά δυστυχώς αποσύρθηκε λόγω δημοσιονομικού κόστους κατά τα χρόνια της δημοσιονομικής κρίσης. Γνωρίζω προσωπικά αρκέτες γυναίκες που με το κίνητρο της πρόωρης συνταξιοδότησης προχώρησαν σε τρίτη γέννα, παρά το ότι βρίσκονταν πλέον σε αρκετά ώριμη ηλικία.
Γιατί δεν είναι μόνο τα χρήματα αλλά και ο προσωπικός χρόνος που πρέπει να διαθέσουν οι γονείς για την ανατροφή των παιδιών. Και πάλι εδώ το δικό μας μεσογειακό πρότυπο διαφέρει από αυτό των Βόρειων Ευρωπαίων τους οποίους τόσο θαυμάζουν οι κοινωνικοί μας επιστήμονες και οι πολιτικοί μας.
Σε ότι αφορά το δημοσιονομικό του κόστος (για το 2024, από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες των περίπου €80δις, τα €33 δις δίνονται για συντάξεις) δεν είναι δίκαιο να εξισώνεται η προσφορά της Ελληνίδας τρίτεκνης μητέρας, η οποία θα ασχολείται κατ΄οίκον με τα παιδιά της μέχρι το βαθύ της γήρας, με την εργασία που προσφέρει ο καθένας μας σε τρίτους εργοδότες (και προς τον εργοδότη, "Δημόσιο"). Απλά, ας κόψει το Κράτος από αλλού και ας δώσει σύνταξη στην τρίτεκνη Ελληνίδα.
Δύο μόνο μέτρα προτείνω, τα οποία είναι εξαιρετικά απλά, εύκολα εφαρμόσιμα και -κυρίως- κοινωνικά δίκαια. Συνδυαστικά, θα μπορούσαν να οδηγήσουν πολύ σύντομα σε δημογραφική ανάκαμψη, τουλάχιστον σε έναν βαθμό που να εγγυάται την επιβίωση του Ελληνικού Έθνους.
Όμως στην Ελλάδα συνεχίζουμε να μιλάμε αορίστως για ισότητα φύλων, για καταπολέμηση της φτώχειας κ.λπ. Ας αφήσουμε τα περί ισότητας και ας επιτρέψουμε σε όσες Ελληνίδες το θελήσουν να επιστρέψουν στο σπίτι τους για να μεγαλώσουν αυτές οι ίδιες τα δικά τους παιδιά. Παρατηρείται άλλωστε το παράδοξο φαινόμενο να εργάζονται πάμπολλες χαμηλόμισθες Ελληνίδες, σε μακρά ωράρια και μακριά από το σπίτι τους, μόνο και μόνο για να πληρώσουν κάποιο άγνωστο τρίτο πρόσωπο, είτε στον βρεφονηπιακό σταθμό είτε στο σπίτι, για να τους μεγαλώσει τα παιδιά, με ό,τι αρνητικό συνεπάγεται στην ψυχολογία των παιδιών όσο και των γονιών τους.
Αυτά τα δύο μέτρα (το πρώτο κυρίως) στοχεύουν στην οικονομική πλευρά του προβλήματος. Είδαμε όμως επίσης, από τα πανευρωπαϊκά δεδομένα που αναλύσαμε, ότι για την απόφαση τεκνοποιίας το πολιτισμικό και κοινωνικό πρότυπο είναι ο πιο αποφασιστικός παράγοντας. Όσο και αν βελτιωθεί η οικονομική δυνατότητα ενός ώριμου προς τεκνοποιία ανθρώπου, άνδρα ή γυναίκας, απαιτείται και βούληση για να γίνει κανείς γονιός. Αυτή η βούληση είναι που έχει υποχωρήσει δραματικά, ακόμη και εκεί που η οικονομική δυνατότητα είναι εξασφαλισμένη. Δεν είναι άλλωστε ο δείκτης γεννητικότητας κοντά στο 1,5 -μόνο- ακόμη και στις πλούσιες χώρες;
Αφού αναλύσαμε την οικονομική πλευρά του θέματος και είδαμε πώς κάποια απλά και στοχευμένα μέτρα θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυτή τη συνιστώσα του προβλήματος (η οποία προβάλλεται συνήθως ως μοναδική) ας περάσουμε στην βασικότερη αιτία.
Γιατί είναι η έλλειψη βούλησης για πατρότητα και μητρότητα που τελικά οδηγεί την υποχώρηση των γεννήσεων παγκοσμίως. Για το βαθύτερο αίτιο της παγκόσμιας υποχώρησης της γεννητικότητας ας επανέλθουμε στην ισορροπία μεταξύ ατομικών δικαιωμάτων και κοινωνικών υποχρεώσεων, έστω και αν οι υποχρεώσεις είναι προς τα παιδιά μας και μόνον, αυτά που συνιστούν τη γενετική και πνευματική μας συνέχεια.
Πιστεύω βαθύτατα ότι ο βασικός λόγος της μείωσης των γεννήσεων είναι η ανεξέλεγκτη ροπή προς τον ατομισμό. Δεν έχουμε διάθεση να αυτοπεριορίσουμε την ατομικότητά μας (ως προς τον προσωπικό χρόνο, τις προσωπικές συνήθειες, την προσωπική κατανάλωση, την προσωπική μας ευχαρίστηση και ηδονή), ώστε να ασχοληθούμε με ένα θεμελιώδες καθήκον μας προς το εθνικό σύνολο, αλλά και μια υποχρεώση προς τον εαυτό μας, όπως είναι η ανατροφή απογόνων. Το έργο αυτό είναι εξ ορισμού μακροχρόνιο, πολυέξοδο και κοπιαστικό (πάντα έτσι ήταν η ανατροφή τέκνων), αλλά πλεόν είναι και ιδιαίτερα περίπλοκο ψυχολογικά. Η ανατροφή απογόνων απαιτεί τεράστια επένδυση χρόνου, οικονομικών μέσων όσο και ψυχικής ενέργειας, χωρίς εγγυημένες α(ντα)ποδώσεις. Αντίθετα, η κατανάλωση των οικονομικών μας δυνατοτήτων για την ικανοποίηση των ατομικών μας αναγκών αποδίδει στα σίγουρα: παίρνουμε ό,τι επιζητούμε άμεσα, εδώ και τώρα.
Αυτή είναι η ρίζα του προβλήματος και την εντοπίζω στο βιβλίο μου "Τα επιτεύγματα της ελευθερίας", Δ.7. Η οικογένειά μας, σελ. 319:
"...Το μεγάλωμα των παιδιών δυσκολεύεται λοιπόν αντικειμενικά σήμερα από τις εξωτερικές υλικές συνθήκες (χρόνος και μέσα). Αλλά ακόμα και εκεί που χρόνος και μέσα αφθονούν (όπως σε κάποιες προηγμένες χώρες με υποδειγματική οικονομική και κοινωνική μέριμνα για τις νέες μητέρες), υπάρχουν ωστόσο βαθύτεροι λόγοι που κάνουν τη δημιουργία οικογένειας «βάρος» για τους σύγχρονους νέους.
Όσα είπαμε για τη στροφή προς την ατομικότητα και τη ροπή προς άμεση κατανάλωση, έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και τη διάθεση των νέων ανθρώπων να δημιουργήσουν οικογένεια. Αλλά και όταν η σύγχρονη οικογένεια υπάρχει, έχει αλλάξει ο επιμερισμός του διαθέσιμου χρόνου και του οικογενειακού εισοδήματος. Παλαιότερα, κάθε στέρηση των γονιών προς μελλοντικό όφελος των παιδιών ήταν αυτονόητη αξία και καθολικό πρότυπο. Μπορεί τότε αυτό να ήταν ακραίο, πάντως σήμερα οι σύγχρονοι γονείς στερούνται τη ζωή λιγότερο από ό,τι πριν.
Στις σύγχρονες –λιγότερες, φευ!– ελληνικές οικογένειες, η παρούσα ευδαιμονία, η απόλαυση της ζωής στο παρόν, διεκδικούν την καταξίωσή τους εκεί που άλλοτε ήταν αυτονόητη η απόλυτη εξοικονόμηση προς κληροδότημα των απογόνων. Ταξίδια, ρούχα, διασκέδαση, όλα παλαιότερα θυσιάζονταν για να αγοραστεί ένα μικρό οικόπεδο, να βρουν τα παιδιά να χτίσουν σπίτι. Σήμερα, αν και προτεραιότητα παραμένουν πάντα τα παιδιά μας, εμείς οι γονείς επιμερίζουμε πολύ διαφορετικά το διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα από ό,τι έκαναν για εμάς οι δικοί μας γονείς.
Γενικότερα, η πρόταξη της προσωπικής μας θεωρίας στη ζωή και των προσωπικών μας αναγκών, οριοθετεί γύρω μας έναν αδιαπραγμάτευτο προσωπικό χώρο και διαμορφώνει έναν πιο ιδιοτελή τρόπο ζωής. Όλο και πιο δύσκολα αποδεχόμαστε να επαναπροσδιοριστούν αυτά τα «κεκτημένα» και να συμβληθούν με τα αντίστοιχα ενός ή μιας συζύγου. Όλο και πιο συχνά ο Έλληνας και η Ελληνίδα απομένουν ξέχωρα, μόνος και μόνη καθένας τους. Αλλά καθώς ο βίος προχωρά, ο «μοναχικός ζυγός» βαραίνει ασύμφορα και ασύμμετρα προς τη φύση του ανθρώπου..."
Κάποιες αντίστοιχες παρατηρήσεις και σκέψεις βρήκα -τυχαία- στο διαδίκτυο (Πηγή 3), στο άρθρο της ψυχοθεραπεύτριας Ειρήνης Ντάκου, Ελληνική οικογένεια, ευτύχημα ή βάρος; Εκεί βλέπω να τοποθετείται -επιτέλους- ο ατομισμός στο κέντρο του προβληματισμού. Είναι προτιμότερο να διαβάσει κανείς το σύνολο των παρατηρήσεων της κας Ντάκου, αλλά παραθέτω εδώ μόνο δύο χωρία (ο επιτονισμός δικός μου):
"...Οι κοινωνικές και εργασιακές αλλαγές και η ανάδειξη του Ατόμου επιφέρουν αλλαγές στόχων και αξιών και στην οικογένεια, κατά συνέπεια υπάρχουν αλλαγές και στους ρόλους. Η ατομικότητα με όλες αυτές τις αλλαγές που συμπαρασύρει, τους βρίσκει όλους ανικανοποίητους...Η αξία της ατομικότητας δίνει θέση στην αυτονόμηση. Αυτόνομος δεν σημαίνει ανεξάρτητος, αντιθέτως η αλληλεξάρτηση επανέρχεται αλλά σε διαφορετικό πλαίσιο απ’ ότι στην παραδοσιακή οικογένεια. Ο στόχος σήμερα είναι το Εμείς, το πώς μπορούμε δύο ολόκληροι άνθρωποι να δημιουργήσουμε μια νέα οντότητα στο μαζί..." Βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος με την κα Ντάκου.
Στη σημερινή εποχή, τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο, βιώνουμε το ακραίο σημείο ταλάντωσης του εκρεμμούς: στο συνολικό φάσμα μεταξύ αυτοπροσδιορισμού και ετεροπροσδιορισμού, μεταξύ ατομικής ελευθερίας και κοινωνικής ευθύνης, σήμερα βρισκόμαστε στο ακραίο της Εποχής του Ατόμου.
Ως ακρότατο, πρόκειται για ασθένεια η οποία έχει καταδικάσει σε βιολογικό μαρασμό, μέχρι και σε δημογραφική και πολιτισμική εξαφάνιση τις δυτικές κοινωνίες. Ο υπερατομισμός μεταδίδεται ως βλαπτικός ιός, ακόμη και στις ευρωστότερες πολιτισμικά και ηθικά κοινωνίες, όπως ήταν κάποτε και η δική μας ελληνική κοινωνία. Ο αφηνιασμένος καταναλωτισμός υποπροϊόντων και υποκουλτούρας, ο άκρατος δικαιωματισμός, ο woke αποσχηματισμός κάθε περιγράμματος φύλου, έθνους, θρησκείας και πολιτισμικής ομάδας, εξοντώνουν τα όποια αντισώματα επιβιώνουν σε κοινωνικούς θύλακες οι οποίοι επιμένουν να ταυτοποιούνται εντός ενός ευρύτερου "έτερου συνόλου" (φύλο, φυλή, έθνος, θρησκεία, οικογένεια).
Κλείνοντας αυτή τη συζήτηση για το δημογραφικό, δεν μπορώ παρά να επανέρθω στον θανάσιμο κίνδυνο που επικρέμεται πάνω από την Πατρίδα και το Έθνος των Ελλήνων, όπως τον περιγράφω στο βιβλίο μου (σελ. 322).
"... Το αποτέλεσμα των αλλαγών, είτε έρχονται έξωθεν είτε μέσα από την κοινωνία μας, οδήγησε στο μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η σημερινή Ελλάδα και το οποίο απειλεί το ίδιο το μέλλον του Ελληνισμού: το δημογραφικό! Πρόκειται για το θεμελιώδες υπαρξιακό πρόβλημα της Ελλάδας.
Από την τροπή που θα πάρει, θα καθοριστούν και όλα τα υπόλοιπα οικονομικά, κοινωνικά και διπλωματικά ζητήματα του Έθνους: η ειρήνη με τους γείτονες, η σύγχρονη ταυτότητά μας (σε συνάρτηση με την ένταση των μεταναστευτικών ροών από αλλόφυλες και αλλόθρησκες χώρες), η αρμονική συμβίωση των γενεών, οι κοινωνικές και ταξικές εντάσεις, η θέση μας στην παγκόσμια κατανομή εργασίας, ακόμα και τα ίδια τα γεωγραφικά σύνορα του Ελληνισμού..."
Πηγές:
1. Social infertility: why birth rates hit an all-time low
2. Η Ελληνική Οικογένεια Και Το Δημογραφικό Πρόβλημα - Dianeosis
3. Ελληνική οικογένεια: Ευτύχημα ή βάρος; | Ειρήνη Ντάκου
4. Η άνιση κατανομή του φορολογικού βάρους στα νοικοκυριά στην Ελλάδα, Καπλάνογλου Γεωργία, Ινστιτούτο Εργασίας Γ.Σ.Ε.Ε., Αθήνα 2023.
Σημειώσεις:
[1]: Η τεκνοθεσία είτε από ομόφυλα είτε από ετερόφυλα ζευγάρια δεν συμβάλλει στην αύξηση της γεννητικότητας, εκτός αν βλέπουμε τη γέννηση παιδιών ως επάγγελμα και ως εμπόριο.
[2]: Προσοχή, όχι ισότητα, η οποία είναι αδύνατη (παρά φύσει), τόσο μεταξύ των φύλων όσο και εντός των φύλων. Το αίτημα πρέπει να αφορά την ισοτιμία, δηλαδή τη δίκαιη -αναλογική- αποτίμηση των ιδιαιτεροτήτων κάθε ατόμου. Η ισοτιμία αποβλέπει στη δίκαιη μεταχείριση κάθε ατόμου μέσα στην κοινωνία, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ανάγκες του, αναξαρτήτως φύλου ή καταγωγής.
[3]: Κάθε πόλεμος είναι στην πράξη "εμφύλιος".
[4]: Ummah (/ˈʊmə/;[1] Arabic: أُمَّة [ˈʊm.mæ]) βλ. Ummah - Wikipedia
[5]: Υπερηφανεύομαι γιατί κατάγομαι από την πολυμελή και εξαιρετικά συνεκτική οικογένεια του Παπα-Κλήμη Διακομανώλη και της Πρεσβυτέρας Σταματίας, οι οποίοι ανέθρεψαν μαζί δέκα αγαπημένα παιδιά! Ο πατέρας μου Θωμάς (ο Δίδυμος, όπως μεταφράζεται στα εβραϊκά) μαζί με τον δίδυμό του αδερφό Αθηναγόρα ήταν οι δεύτεροι από το τέλος σε αυτή την αλυσίδα γεννήσεων.
[6]: Μόνο θύλακες οπισθοδρομικής αντίστασης παραμένουν, όπως ας πούμε στην Ελλάδα, όπου μια σχετική μειοψηφία ακόμη αντιστέκεται, θεωρώντας ότι η πρόταξη πάνω από την ατομικόητά μας υπερατομικών εννοιών όπως η πατρίδα, η θρησκεία και η οικογένεια, μπορεί να νοηματοδοτήσει το βίο μας με υγιέστερο ψυχικά και ευτυχέστερο τρόπο. Είναι η μειοψηφία που αντιδρά στην άβουλη ενσωμάτωσή μας σε ένα α-εθνικό πρότυπο άκρατης και άκριτης κατανάλωσης υλικών (υπο)προϊόντων και κενόδοξων πολιτισμικών εικόνων.
[7]: Ο χαρακτηρισμός είχε δωθεί στην Ευρώπη από παλαιά, πολύ πριν την καταβύθιση του ρυθμού γεννήσεων. Αναφέρεται κυρίως στην παλαιότητα του πολιτισμού της Ευρώπης, του Ελληνικού και του Ρωμαϊκού. Αυτή η αδόκιμη ονοματολογία έχει υιοθετηθεί από τους ευρωπαίους ιστορικούς στο πλαίσιο του αλαζονικού ευρωκεντρισμού, όπως αυτός αναδύθηκε μετά τις Ανακαλύψεις και την Αποικιοκρατία. Οι Ινδοί και οι Κινέζοι παίρνουν όμως σήμερα την εκδίκησή τους προβάλλοντας τους δικούς τους "γηραιούς" και κραταιούς πολιτισμούς.
[8]: Επιβεβαιώνω από την προσωπική μου εμπειρία, όταν εργαζόμουν στο Κίεβο (2007-2014), ότι εκεί ήταν κοινός τόπος να παντρεύονται ακόμα και στα 19 τους άντρες και γυναίκες· και -δυστυχώς- μετά να χωρίζουν, τις περισσότερες φορές μετά από τη γέννηση του πρώτου παιδιού. Ήταν πολύ συχνό φαινόμενο να υπάρχουν χωρισμένες μητέρες μεταξύ 20-25 ετών. Μια συνάδελφος στην Τράπεζα, η οποία αν και παντρεμένη δεν είχε ακόμη εγκυμονήσει στα 26 της, θεωρούσε ότι είχε πια ξεπεράσει την κανονική ηλικία τεκνοποίησης. Απογοητευμένη, φοβόταν ότι τελικά δεν θα κατάφερνε ποτέ ν' αποκτήσει παιδί. Ευτυχώς για αυτή και για τον σύζυγό της, απέκτησαν σύντομα δύο παιδάκια, στα 28 και τα 30 της αντίστοιχα.
[9]: Όσοι δεν καταφέρνουν να τεκνοποιήσουν, να μπορούν να υιοθετήσουν κάποιο παιδί αντίστοιχα και ν' απολαύουν παρόμοιους όρους οικονομικής στήριξης.
[10] (μεταγενέστερη σημείωση): Διαβάζω σήμερα 23/2/2025 ότι η Ουγγαρία του "δικτάτορα" Ορμπάν -ο χαρακτηρισμός δίνεται από το συστημικό ευρωπαϊκό Τύπο λόγω της "απείθειάς του" στα κελεύσματα του Διευθυντηρίου των Βρυξελλών-, του πολιτικού ηγέτη που έχει κερδίσει τέσσερις εκλογικές νίκες και απολαμβάνει υψηλότατη δημοτικότητα από τους συμπατριώτες του, εφαρμόζει αυτό ακριβώς που προτείνω! Διαβάστε και δείτε τι θα πει μακροπρόθεσμη δημοσιονομική και δημογραφική πολιτική!
[11] (μεταγενέστερη σημείωση): Η Ευρώπη γερνάει -Στο ναδίρ ο δείκτης γεννήσεων στην Ελλάδα - iefimerida.gr
Διαβάστε επίσης το άρθρο του Χρήστου Χωμενίδη (8/9/2025) στο Capital.gr: Και πάλι όλοι μαζί | Capital και μετά τις σελίδες 319-322 του βιβλίου μου Τα Επιτεύγματα της Ελευθερίας των Ελλήνων. (Κεφάλαιο Δ.7. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣ).
Τα επιτεύγματα της ελευθερίας, Οικογένεια, Δημογραφικό πρόβλημα, Υπογεννητικότητα, Ηλικιακή πυραμίδα, Κοινωνική υπογονιμότητα, Social infertility