Ο Στέλιος Ράμφος για το δημογραφικό μας πρόβλημα: Η οικογένεια ως κιβωτός της ανθρώπινης χρονικότητας.
Ράμφος 2
Διάβασα πριν μερικές μέρες ένα άρθρο/συνέντευξη του Στέλιου Ράμφου με τίτλο «Τα παιδιά είναι η αιωνιότητά μας» το οποίο άπτεται κυρίως του δημογραφικού και του θεσμού της οικογένειας. Είχα διαβάσει και παλαιότερες συνεντεύξεις του κου Ράμφου (Στ. Ράμφος για γάμο ομοφύλων: «Βάση της κοινωνίας η οικογένεια με πατέρα και μητέρα», Νέα παρέμβαση Στ. Ράμφου: Ο ανερμάτιστος δικαιωματισμός οδηγεί στον ολοκληρωτισμό), οι οποίες προβλήθηκαν πολύ στον ηλεκτρονικό τύπο -ιδίως η δεύτερη- και έγιναν σημείο αναφοράς, ακόμα και μέσα στη Βουλή, κατά τη δημόσια συζήτηση για το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο νομιμοποίησης των γάμων των ομοφυλοφίλων.[1]
Η δική μου θέση είναι κάθετα καταδικαστική απέναντι στο νομοσχέδιο, καθώς το κρίνω καταστροφικό γιατί δεν προάγει την γέννηση παιδιών εντός της φυσιολογικής οικογένειας ετερόφυλων γονέων.
Η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια (φυσικοί γονείς μαζί με τους απογόνους τους), είναι το θεμελιώδες κύτταρο της κοινωνίας μας. Όλες οι υπόλοιπες συλλογικότητες (έθνος, θρησκεία πατρίδα, πολιτική ιδεολογία κλπ.) υστερούν σε συνεκτική ισχύ και σε επιρροή πάνω στη ζωή μας.
Η οικογένεια είναι ο βασικότερος μηχανισμός μετάδοσης κοινωνικής και πολιτιστικής παιδείας και ενστερνισμού πολιτισμικών αξιών. Είναι θεματοφύλακας των πιο ιδιαίτερων παραδόσεων του Έθνους (σεβασμός προς γεννήτορες και προγόνους, αλληλέγγυη και συγχωρητική στάση ζωής, φιλοπρόοδη αποταμίευση προς όφελος των απογόνων κλπ.).
Η νομιμοποίηση του γάμου των ομοφυλοφίλων υποσκάπτει το κύρος και την ισχύ της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας, του κοινωνικού θεσμού που αιώνες τώρα εγγυούνταν την φυσική επιβίωση, τη γενετική συνέχεια και την πολιτισμική ιδιαιτερότητα του Έθνους. Παρακάμπτοντας την προϋπόθεση γονιμότητας των -κατά νομική συνθήκη μόνον- «γονέων», το νομοσχέδιο επιταχύνει τη δημογραφική μας κατάρρευση και ενθαρρύνει την άκριτη και άκρατη σχετικοποίηση κάθε ηθικής αξίας.
Ισοπεδώνοντας την κατά φύσιν δι-φυλία, η επικοινωνιακά βίαιη προώθηση μιας α-εθνικής και α-φυλικής ομογενοποίησης των πάντων, η γενική απαξίωση κάθε γενετικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, στοχεύουν σκόπιμα τη μετάβαση προς ένα παγκοσμιοποιημένο ανθρωπικό πρότυπο, αδιαφοροποίητο ως προς φύλο, φυλή, έθνος, θρησκεία και κουλτούρα.
Η κατάργηση του φύλου μέσω της ισοπεδωτικής σχετικοποίησης της σεξουαλικότητας, δημιουργεί ένα ανθρώπινο υβρίδιο χωρίς έμφυλες ιδιαιτερότητες, καθώς η ταυτότητα φύλου είναι απόλυτα ρευστή, ανερμάτιστη και προσανατολισμένη στην ατομικότητα.
Η woke επίθεση κατά της ιδιαιτερότητας κατευθύνεται όχι μόνο προς το γενετικά καθορισμένο φύλο αλλά και προς το έθνος, την ιστορία, τη θρησκεία, τη φυλή. Χωρίς ιδιαιτερότητα όμως καταργείται κάθε προϋπόθεση συλλογικότητας.[2] Μένουμε αναγκαστικά ατομικές μονάδες, έρμαια της εκάστοτε εσωτερικής προδιάθεσης και των έξωθεν ανέμων που καθορίζουν έναν στιγμιαίο προσανατολισμό πεποιθήσεων και συμπεριφοράς, χωρίς διάρκεια και στόχευση.
Αδυνατίζοντας τη συλλογικότητα υποχωρούν οι συλλογικές αντιστάσεις των ανθρώπων απέναντι σε ό,τι προσφέρεται έξωθεν προς ιδεολογική ή σωματική κατανάλωση, απέναντι σε ό,τι προβάλλεται ως προτιμητέα συμπεριφορά και πρότυπο ζωής.
Σε τούτη τη δημοσίευση πάντως θ’ ασχοληθώ με το πρόβλημα της νομιμοποίησης του γάμου των ομοφυλοφίλων και, ειδικότερα, με το θέμα της τεκνοθεσίας εντός ενός τέτοιου «γάμου», εστιάζοντας στην τεράστια συμβολική δύναμη που έχει ο πρόσφατος νόμος πάνω στα κοινωνικά ήθη και στην ιδεολογία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Η βασική αιτία του δημογραφικού θανάτου της Ελλάδας αλλά και όλων των οικονομικά ανεπτυγμένων κρατών είναι θ\ηθική και όχι οικονομική: ευθύνεται ο ατομισμός και η σχετικοποίηση των αξιών. Ας παραβάλω καλύτερα αυτούσιο το τμήμα από το άρθρο τού κου Ράμφου (δικοί μου μόνον οι επιτονισμοί):
«...Το χαρακτηριστικό της κρίσεως, νομίζω, έγκειται στο γεγονός ότι οι δυτικές κοινωνίες, προϊόντος του χρόνου, άρχισαν να αναπτύσσουν έναν πολιτισμό περισσότερο βασισμένο στην εγωκεντρική ατομικότητα και λιγότερο στη συλλογικότητα. Πρόκειται για έναν έντονο ατομικισμό, ο οποίος συνοδεύεται στην εποχή μας από μηδενισμό. Αυτό το μηδενιστικό στοιχείο είναι που ακουμπάει την οικογένεια. Όταν λέμε «μηδενισμός», εννοούμε κυρίως ότι δεν υπάρχει αλήθεια, ότι όλα είναι σχετικά.
Υπό αυτή την έννοια είναι πολύ εύκολο να πεις «είμαι ό,τι μου αρέσει, αλλά δεν είμαι ό,τι βεβαιώνου ν τα χρωμοσώματά μου». Άρα εκεί θίγουμε ένα στοιχείο πυρηνικής φύσεως. Δεν είναι ο πολιτισμός μας μόνο, αλλά η ανθρωπότητα που βασίζεται στην οικογένεια...»
Ταυτίζομαι πλήρως με αυτή την ανάλυση, καθώς έχω και εγώ εντοπίσει και γράψει γι' αυτά τα διαλυτικά ηθικά στοιχεία στο βιβλίο μου (Δ.7. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣ, Δ.8. ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ, σελ. 319-326). Δεν κάνω όμως αυτή τη δημοσίευση επιχαίροντας για τη σύγκλισή μου με τις απόψεις ενός προεξέχοντος διανοούμενου και φιλοσόφου, ακριβώς γιατί είναι τόσο προφανής για όλους η αξιακή βάση του δημογραφικού προβλήματος. Όσοι εθελοτυφλούν (π.χ. όσοι εστιάζουν στην οικονομική και μόνο διάσταση, ομιλώντας περί επιδομάτων κλπ.), κάποιο άλλο κίνητρο έχουν για να το κάνουν.
Αυτό που κίνησε το ενδιαφέρον μου ήταν η φράση «η οικογένεια ως κιβωτός της ανθρώπινης χρονικότητας». Ο κος Ράμφος έχει ασχοληθεί φιλοσοφικά με το χρόνο και τη χρονικότητα της ζωής σε αρκετά βιβλία του. Μπορεί κανείς να δει ορισμένα βίντεο από σχετικές διαλέξεις του (βλ. Πηγές κατωτέρω).
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης του επίμαχου νομοσχεδίου, προσπαθούσα να εντοπίσω την ειδοποιό διαφορά μεταξύ της «κατά φύσιν» οικογένειας από τη μία, της γόνιμης σύζευξης πατέρα και μητέρας με σκοπό όχι μόνο τη γέννηση απογόνων (διαιώνιση γονιδίων) αλλά, κυρίως, την ανατροφή τους μέχρι την ενηλικίωσή τους (διαιώνιση μιμιδίων, πολιτισμικών συμπεριφορών) και, απ΄ την άλλη, οποιουδήποτε διαφορετικού συμβιωτικού σχήματος, είτε μεταξύ ομόφυλων είτε μεταξύ ετεροφύλων, το οποίο φιλοδοξεί ν’ αναλάβει την ίδια αποστολή ανατροφής παιδιών μετά από τεκνοθεσία.
Γιατί η τεκνοθεσία από άγονα ετερόφυλα ζεύγη ήταν διαδεδομένη και τα παλαιότερα χρόνια. Ήταν βάλσαμο για όσους προσπάθησαν να γίνουν φυσικοί γονείς αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφεραν, είτε από σωματική αδυναμία είτε από ατυχία. Άλλοτε, μια ξαφνική ορφάνια έκανε ηθική επιταγή την ανατροφή των ορφανών από τους συγγενείς. Υπήρχαν και τεκνοθεσίες από ανύπαντρους αλλά ευκατάστατους θετούς γονείς, οι οποίοι έπαιρναν κοντά τους και υιοθετούσαν κάποιο άπορο παιδί, ή συνηθέστερα, κάποιο παιδί συγγενή τους -εννοείται, με τη συναίνεση των φυσικών γονέων-, ώστε να κληροδοτηθεί η περιουσία στο παιδί το οποίο θ' απάλυνε τη μοναξιά του μονήρη βίου τους.[3]
Όλες αυτές οι περιπτώσεις τεκνοθεσίας κρίνονταν και αποφασίζονταν από τον Νόμο με πρώτο κριτήριο τις ανάγκες των παιδιών, όχι με βάση τις προθέσεις και τη βούληση των αναδόχων γονέων. Στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, η αγαθή πρόθεση οδηγούσε σε ευτυχές αποτέλεσμα, τόσο για τα παιδιά όσο και για τους θετούς γονείς. Οι όποιες εξαιρέσεις, αν και κατά πολύ ολιγαριθμότερες, είχαν πάντως τραυματικό χαρακτήρα για τα όσα άτυχα παιδιά δεν ανατράφηκαν ούτε από τους φυσικούς τους γεννήτορες αλλά ούτε βρήκαν παυσίπονο υποκατάστατο στη θετή τους οικογένεια. Για τέτοιες ατυχείς δραματικές ιστορίες μπορεί ν’ ακούμε στα παραμύθια ή να διαβάζουμε στη λογοτεχνία ή να τις ανακαλύπτουμε στη ρίζα κάποιας κακοποιητικής ή αποκλίνουσας συμπεριφοράς μετά την ενηλικίωση των παιδιών, παραμένουν όμως εξαιρέσεις, όχι κανόνας.
Τώρα όμως, το νέο στοιχείο που εισάγεται στο ζήτημα της τεκνοθεσίας και βασικότερο επίδικο του πρόσφατου νομοσχεδίου, είναι η αφαίρεση της προϋπόθεσης του ετερόφυλου σχήματος για τους ανάδοχους γονείς. Δεχόμαστε κατά νόμο πλέον, ότι το φύλο, ως εκδήλωση σεξουαλικού ενδιαφέροντος, είναι ρευστό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας, κοινωνικό κατασκεύασμα και όχι γενετικός προσδιορισμός. Πρόκειται για έξωθεν επιβολή αντί του -εκάστοτε- έσωθεν αυτοπροσδιορισμού. Ως αποτέλεσμα, οποιαδήποτε δύο ενήλικα άτομα, οποιουσδήποτε σεξουαλικού προσανατολισμού, αναγνωρίζονται νομικά από το Κράτος ως «ζεύγος», με πλήρη ατομικά και συζυγικά δικαιώματα Αστικού Δικαίου.
Έχουμε διανύσει τεράστια διαδρομή από την εποχή που η σεξουαλική ταυτότητα όφειλε να είναι αποκλειστικά δυική υπόθεση, προσδιορισμένη μόνο από τη γενετική μορφολογία: είτε άντρας μπορούσες να είσαι είτε γυναίκα, ανάλογα με τα γεννητικά όργανα που έφερες (χρωματοσωματικός καθορισμός). Τόσο εξωτερικά (εμφάνιση, συμπεριφορές), όσο και εσωτερικά (αυτοεικόνα, αυθυποβολή), όφειλες να συμμορφωθείς με το χρωματοσωμικά προκαθορισμένο φύλο σου (sex). Σήμερα όμως, η πολυτυπία και η μεταβλητότητα σεξουαλικής ταυτότητας και της κοινωνικής της δήλωσης (gender), η διάστασή της ή η αντίθεσή της από το χρωματωσωμικά καθορισμένο φύλο, θεωρείται ιδιωτικό δικαίωμα και υπόθεση ιδιωτικού χαρακτήρα.
Όποια και αν είναι η προσωπική γνώμη του καθενός μας για την ομοφυλοφιλία ως αποδεκτή (φυσική ή όχι) κλίση και συμπεριφορά, ελάχιστοι διαφωνούν ως προς το ότι δύο υπεύθυνοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα άλλων ανθρώπων, έχουν το δικαίωμα να συ-ζήσουν τον ιδιωτικό τους βίο.
Η εξίσωση όμως των ατομικών αστικών δικαιωμάτων ενός τέτοιου σχήματος συμβίωσης, άγονου εξ ορισμού, με αυτά ενός ζεύγους γόνιμων ετερόφυλων, είναι ένα μεγάλο, παράτολμο και τελικά επικίνδυνο βήμα, συμβολικά και πρακτικά όταν προβάλλουμε το αξιακό ζήτημα που ανακύπτει σε ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο.
Δεν έφτασε όμως ο κόσμος και ο πολιτισμός μας εδώ από το πουθενά. Από τις καταβολές του πολιτισμού μας ως σήμερα, επιταγή για την επιβίωση κάθε κοινωνίας ανθρώπων είναι η φυσική της αναπαραγωγή, η γέννηση και ενηλικίωση νέων μελών εντός της κοινωνίας, το οποίο μέχρι σήμερα ήταν ταυτόσημο με το «εντός της οικογένειας».
Όπου το μέγεθος του πληθυσμού επέτρεπε την ασφαλή ενδογαμία, αυτή ήταν η φυσική και προτιμητέα επιλογή, διότι εξασφάλιζε τη γενετική και πολιτισμική συνέχεια της κοινωνίας. Σε άλλα πιο ανοικτά κοινωνικά σύνολα, εκεί όπου οι επαφές με άλλες ομάδες ήταν πιο διαδεδομένες, είτε μέσω της συναλλακτικής οικονομίας και των πολιτιστικών επαφών είτε και μέσω του πολέμου, και τότε ακόμα οι διακοινοτικοί γάμοι προτιμούνταν μεταξύ ανθρώπων με γεωγραφική εγγύτητα, με θρησκευτική, φυλετική, εθνική ή πολιτισμική συνάφεια, ώστε να εξασφαλίζονται κατά το δυνατό όροι συνέχειας.
Όπως και στα άτομα, το συλλογικό ένστικτο αυτοσυντήρησης παρακινεί κάθε κοινωνία προς τη διατήρηση εθίμων, ηθών, παραδόσεων, γλώσσας, θρησκείας, όλων δηλαδή των δυνάμεων συνοχής που κάνουν το σύνολο διακριτό, πληθυσμιακά σφριγηλό και πολιτισμικά υπερήφανο για την ιδιαιτερότητά του. Μπορεί να μιλάμε για μικρή φυλή, για χωριό, για γλωσσική, εθνική ή θρησκευτική ομάδα, αλλά το ένστικτο αυτοσυντήρησης ωθεί με τον ίδιο τρόπο προς την αναπαραγωγή και διατήρηση των διακριτών χαρακτηριστικών του συνόλου.
Απαραίτητη συνεπώς προϋπόθεση για τη φυσική και πολιτισμική της επιβίωση, δηλαδή για τη δημογραφική υγεία κάθε κοινωνίας, είναι η γέννηση μέσα στους κόλπους της νέων μελών, άμεσων φορέων της ίδιας ή όσο το δυνατό συγγενούς γενετικής και πολιτισμικής ταυτότητας.
Να διευκρινίσουμε ότι το ζήτημα δεν είναι η γέννηση παιδιών: ένα αρσενικό και ένα θηλυκό άτομο πετυχαίνουν γονιμοποίηση έστω και χωρίς μακροπρόθεσμες συναισθηματικές προϋποθέσεις, με στιγμιαία έλξη ακόμα και με ψυχολογικό ή σωματικό εξαναγκασμό.
Το ζητούμενο από την εκάστοτε κοινωνία είναι η διασφάλιση της ανατροφής των παιδιών μέχρι την ενηλικίωση, με τα πρότυπα και τις παραδόσεις της. Διότι μετά τη γέννηση ακολουθεί πολύ μακρά περίοδος (μακρύτερη για τον άνθρωπο από όλα τα άλλα θηλαστικά) μέχρι την στιγμή που ο νέος άνθρωπος μπορεί να αυτονομηθεί και να αυτοσυντηρηθεί.[4]
Γι’ αυτό όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες, από καταβολής του πολιτισμού, επενδύουν στη γόνιμη σχέση δύο ετερόφυλων, την επισημοποιούν, την κατοχυρώνουν ενώπιον του Νόμου και την αποκαλούν γάμο. Οι περίτεχνες και πολυήμερες γαμήλιες τελετουργίες, οι πλούσιοι εορτασμοί, τα πολυδάπανα δείπνα, η μοναδική και πολυτελής αμφίεση, η συμμετοχή όλων των συγγενών και του μεγαλύτερου -κατά το οικονομικά δυνατό- μέρους φίλων και γνωστών, η ευρεία δημοσιοποίηση ενός, κατά τ ‘άλλα, τόσο ιδιωτικού γεγονότος, όλ’ αυτά επιβάλλουν έμμεσα ένα υψηλό ηθικό και οικονομικό «κόστος εισόδου» στον έγγαμο βίο, ακριβώς ως αποτροπή της εύκολης και παρορμητικής διάλυσής του είτε από ασυμφωνίες εντός του ζεύγους είτε από έξωθεν πιέσεις και προκλήσεις.
Παλαιότερα δεν εννοούνταν ο γάμος να μην είναι επίσης, μέσω μιας αυστηρά χορογραφημένης ιερατικής τελετουργίας, κα μια δήλωση εμπρός στο Θείο, την ευλογία του οποίου για γονιμότητα και μακροημέρευση (όχι απαραίτητα για ευτυχία) αιτούνταν όχι μόνο το ζεύγος αλλά και η υπόλοιπη κοινωνία. Για όσους πιστεύουν αληθινά στο Θείο, ο θρησκευτικά καθαγιασμένος γάμος είναι ο μόνος νόμιμος και φυσικά ο πιο σταθερός.[5]
Σήμερα όμως, η πολιτική διάσταση του γάμου, η επίσημη δήλωσή του απέναντι στο Κράτος, ως νομικό γεγονός και μόνο, κρίνεται από πολλούς ως ικανή συνθήκη αναγνώρισης του έγγαμου δεσμού δύο ατόμων από την κοινωνία και επίσης, ως ένα ισοδύναμα ισχυρό ηθικό και νομικό δεσμό στο εσωτερικό του ζεύγους.
Για ποιον λόγο περιβάλλεται ο γάμος, είτε πολιτικός είτε θρησκευτικός, με όλη αυτή η ηθική και ψυχολογική επένδυση, με το σημαντικότατο οικονομικό κόστος, με την επίσημη και τελετουργική επίκληση του Νόμου και του Θείου, αν όχι για την ενίσχυση της σταθερότητας του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο θ’ ανατραφούν παιδιά, διασφαλίζοντας έτσι τη φυσική αναπαραγωγή εντός του κοινωνικού συνόλου;
Όταν όμως εξισώνεις νομικά τον γόνιμο γάμο των ετερόφυλων με τον άγονο των ομοφυλοφίλων, το μήνυμα είναι η απομείωση της αξίας του πρώτου σε βάρος του δεύτερου. Έμμεσα αλλά καίρια, μέσα από τον συμβολισμό αυτής της εξίσωσης, πλήττεται το κύρος της οικογένειας και κατά συνέπεια, επιτείνεται το δημογραφικό μας πρόβλημα.
Τόσο απλή και ξεκάθαρη είναι η αιτιακή σχέση των πραγμάτων. Αλλά γιατί δεν το αντιλαμβανόμαστε όλοι μας έτσι ενώ, αντίθετα, πανηγυρίζουμε για τη «φιλελευθεροποίηση» της κοινωνίας; Γιατί στις δυτικές κοινωνίες ρέπουμε καταστροφικά υπέρ της ατομικότητας σε βάρος της συλλογικότητας. Η λυδία λίθος είναι το ατομικό δικαίωμα όχι η προσφορά και η υποχρέωση προς το σύνολο. Επιστρέφω καλύτερα στα λεγόμενα του κου Ράμφου σχετικά με την αποθέωση του «είμαι ό,τι μου αρέσει» και την εγωκεντρική ατομικότητα.
Από εκεί πηγάζει και η δική μου αντίθεση κατά του γάμου ομοφυλοφίλων. Τη στιγμή που η Αστικού Δικαίου πλευρά του θέματος είχε ήδη ρυθμιστεί από πολύ νωρίτερα με τις διατάξεις για το Σύμφωνο Συμβίωσης, τόσο για ομόφυλα όσο και για ετερόφυλα ζευγάρια. Αυτό που ζητούσε όμως -και πέτυχε- η πλευρά των ομοφυλόφιλων δεν ήταν κάποια υπολείποντα φορολογικά ή αστικά δικαιώματα. Η αξίωση ήταν για πλήρη και πανηγυρική εξίσωση στο επίπεδο του δημόσιου συμβολισμού.
Ακόμα και αυτό θα μπορούσε ίσως να μεταβολιστεί από ένα ανθεκτικό πολιτισμικό πεπτικό σύστημα, όπως αυτό που ως πρόσφατα διέθετε η ελληνική κοινωνία. Όμως, εκείνο που δεν μπορεί να αντέξει την οποιαδήποτε λογική ή ηθική επεξεργασία είναι ο επόμενος στόχοςτου νομοσχεδίου -που και αυτός τελικά επιτεύχθηκε- για εξίσωση και της τεκνοθεσίας από τα ομόφυλα ζευγάρια.
Έρχομαι συνεπώς στο ερώτημα που με απασχολούσε κατά την συζήτηση του νομοσχεδίου: γιατί δεν θα μπορούσαν τα ομόφυλα ζευγάρια να αναθρέψουν παιδιά με την ίδια ασφάλεια, να είναι ικανοί να τους μεταδώσουν τις παραδοσιακές ηθικές αξίες (νομιμοφροσύνη, πατριωτισμό, τιμιότητα, ειλικρίνεια, αλληλεγγύη, κλπ.), έστω και αν δεν είναι δικά τους γεννήματα; Τι είναι αυτό που κάνει τους φυσικούς γονείς εξ ορισμού πιο κατάλληλους, πιο δοτικούς, ή πιο αφοσιωμένους στην ανατροφή των δικών τους απογόνων;
Τα όποια ισοπεδωτικά αντεπιχειρήματα της μορφής, «υπάρχουν γονείς που κακομεταχειρίζονται τα παιδιά τους», είναι παραπλανητικά και ανάξια αντιλόγου.[6]
Δεν χρειάζεται πχ. να μιλάμε για, και να μετράμε στατιστικά τη συχνότητα εμφάνισης κακοποιητικών συμπεριφορών εντός της φυσικής οικογένειας, γιατί με την ίδια ας πούμε συχνότητα θα μπορούσαν να εμφανιστούν παρόμοια φαινόμενα και σε οποιαδήποτε άλλο συμβιωτικό σχήμα.
Η συμβίωση γονέων και απογόνων μέχρι την ενηλικίωσή του παρέμεινε το φυσικό σχήμα ανατροφής παιδιών σε όλη τη διάρκεια της ανθρωπότητας. Αυτή είναι και η μόνη «κατά φύσιν» μορφή οικογένειας. Όπως είπαμε πιο πάνω, οποιαδήποτε άλλη πλαίσιο τεκνοθεσίας είναι είτε επιβεβλημένο από την ανάγκη (ορφάνια, ατεκνία), είτε πρόκειται για ιδεολογικής έμπνευσης απόκλιση.
Σήμερα όμως βιώνουμε στις δυτικές κοινωνίες την απαξίωση και την υποκατάστασή της με σχήματα που όχι μόνον δεν περιλαμβάνουν γενετική σχέση ανάδοχων γονέων (αυτό είπαμε συνέβαινε και στο παρελθόν), αλλά πλέον ανατρέπουν κάθε έννοια διάκρισης του φύλου των θετών γονέων. Δεχόμαστε κατά το νόμο ν’ αναφωνεί το υιοθετημένο παιδί: «γονέα 1», «γονέα 2», αντί του «μητέρα», «πατέρα»!
Αλλά γιατί μητέρα και πατέρας είναι πάντα καλύτεροι από γονέα 1 και γονέα 2; Και αυτό το «πάντα» σημαίνει ισχυρή νομοτέλεια, κανόνας που επιβεβαιώνεται συντριπτικά έναντι των εξαιρέσεών του.
Απάντηση: Η γενετική σχέση των γεννητόρων με τους απογόνους τους εμφανίζει εκεί μπροστά τους, μέσω της κληρονομικότητας, μια συνέχεια εαυτού! Χαρίζει στον άνθρωπο την ποθητή αίσθηση διάρκειας απέναντι στην αναπότρεπτη ατομική φθορά, με την αναπαραγωγή των γονιδίων μας μέσω της ιδιότητας του γονέα. Πρόκειται για ψευδαίσθηση νίκης απέναντι στο χρόνο!
Είναι επίσης ο ίδιος λόγος που η ανατροφή παιδιών από τους φυσικούς γονείς τους είναι πάντα προτιμότερη από τους όποιους θετούς γονείς, έστω και αν πρόκειται για συγγενείς τους.
Αυτό είναι το νόημα της κιβωτού της χρονικότητας που αποδίδει στην οικογένεια ο κος Ράμφος γράφοντας: «Γιατί στην πραγματικότητα τα παιδιά είναι η αιωνιότητά μας. Η μικρή οικογένεια είναι εκείνη που έχει αποφασίσει να συντομεύσει τον χρόνο. Δηλαδή, η οικογένεια φτιάχνει τον χρόνο. Τα ζώα δεν έχουν χρόνο. Μόνο οι άνθρωποι έχουν χρόνο. Το γεγονός λοιπόν είναι ότι η οικογένεια γεννάει και τα παιδιά γεννάνε τα δικά τους παιδιά και υφίσταται μία χρονικότητα η οποία μας βάζει συνεχώς απέναντι στο άχρονο.»
Όσο και εγωιστικό και αν φαίνεται (στο βάθος είναι!), η φιλοδοξία του ανθρώπου να διαιωνίσει τον εαυτό του μέσω των απογόνων του τον κάνει φανατικά δοτικό και ανιδιοτελή με τα παιδιά του.
Σε αντίθεση με τη συνηθέστερα φιλόκερδη και συναλλακτική συμπεριφορά του ανθρώπου εντός της κοινωνίας, η δοτικότητα και η ανιδιοτέλεια προς κάτι συλλογικό το οποίο μας περιέχει και μας υπερβαίνει μαζί, ενισχύονται όταν μας εμπνέει αίσθημα ισχυρής κοινότητας με άλλους ανθρώπους, με τους οποίους μοιραζόμαστε ιδέες, πίστη, συναισθήματα, εμπειρίες, καταγωγή.
Οι θρησκευτικές κοινότητες, τα έθνη, τα πολιτικά κόμματα, οι αθλητικές ομάδες κλπ. είναι τε΄τοια σύνολα αναφοράς και ταυτότητας, αλλά η φυσική οικογένεια (γονείς και τα παιδιά τους) είχε πάντα και διατηρεί (πόσο ακόμα;) τους πιο παλαιούς, άμεσους και ισχυρούς δεσμούς συνοχής μεταξύ των μελών της, ακριβώς λόγω της γενετικής συνέχειας την οποία πραγματώνει ως κιβωτός της χρονικότητάς μας!
Εξ ορισμού της ηθικής ισχύος της κληρονομικότητας πάνω στους γεννήτορες, δε μπορεί να είναι ισοδύναμο το σχήμα της ανατροφής παιδιών από τη φυσική οικογένεια (το ετερόφυλο ζεύγος φυσικών γονέων με τα τέκνα τους), ούτε με θετές οικογένειες από ετερόφυλους γονείς ούτε, πολύ περισσότερο, με το όποιο νόμιμο αλλά πάντα τεχνητό σχήμα ομόφυλων (και ομοφυλόφιλων) «γονέων».
Η πλήρης αφοσίωση στην ανατροφή των παιδιών πραγματώνεται με το φυσικότερο τρόπο από τους γεννήτορές τους [7], έστω και αν δεχτούμε ως βαθύτερο εγωιστικό κίνητρο τη διαιώνιση εαυτού. Μήπως όμως και οι ομοφυλόφιλοι οι οποίοι φιλοδοξούν να αναθρέψουν παιδιά, με το ίδιο εγωιστικό κίνητρο δεν θέλουν και αυτοί να πλάσουν νέους ανθρώπους σύμφωνα με τα δικά τους πρότυπα;
Φυσικά και έχουν το ίδιο κίνητρο και μάλιστα επαυξημένα εγωιστικό, αφού ξεκινούν να διαπαιδαγωγήσουν και να πλάσουν κατά τη βούλησή τους ένα άτομο εντελώς ξένο ως προς αυτούς, σε μορφή και χαρακτήρα.
Βέβαια, το ότι θέλουν ν’ αναθρέψουν παιδιά άλλων δεν σημαίνει ότι έχουν αυτόματα και το σχετικό «φυσικό» (αιώνιο και αναφαίρετο) δικαίωμα. Όπως έγινε με το επίμαχο νομοσχέδιο, αυτό το δικαίωμα δίνεται από την κοινωνία σε χρόνο και τόπο, είναι αποτέλεσμα κοινωνικών ισορροπιών, μεταβαλλόμενων ιδεολογικών ρευμάτων και γι’ αυτό είναι ανακλητό. Το όποιο όφελος ή η ζημιά για το γενικότερο σύνολο (βλέπε δημογραφικό), οφείλουν να σταθμισθούν σε σχέση με τα ατομικά δικαιώματα. Αλλά τα ατομικά δικαιώματα περιστέλλονται αν κριθεί ότι η γενικευμένη άσκησή τους σε περιόδους κινδύνου ή κρίσης οδηγεί σε ευρύτερη ζημία του κοινωνικού συνόλου.
Ένας επιπλέον αντίλογος για την ανατροφή παιδιών από ζεύγη ομόφυλων «γονέων», είναι ότι τα σεξουαλική κλίση των ομοφυλοφίλων, όσο σεβαστή και αν είναι σε ιδιωτικό επίπεδο, αν γενικευτεί ως κοινωνικό πρότυπο (σ΄ αυτό αποσκοπούν η οικογενειακή ανατροφή και η επίσημη παιδεία), δεν υποστηρίζουν τη δημογραφική σταθερότητα της ευρύτερης κοινωνίας. Αντί για τη σύζευξη ατόμων με σκοπό την κοινή ευτυχία αλλά και τη γονιμότητα, η δική τους επιλογή παραβλέπει το δεύτερο αυτό συστατικό του γάμου. Χωρίς να τίθενται ζήτημα καταπίεσης, δεν μπορεί η ιδιαιτερότητα αυτή να γίνεται προτιμητέα κατεύθυνση μέσα από την ανατροφή νέων παιδιών.
Γράφει ο κος Ράμφος: «η περίφημη θεωρία των δικαιωμάτων της διαφοράς, η οποία ως ένα σημείο έχει λογική, όμως γίνεται μηδενισμός εφόσον δεν συμπληρώνεται από την αρχή της ευθύνης και της υποχρεώσεως απέναντι στην κοινωνία.»
Με τη διδαχή μιας τέτοιας απόλυτης σχετικοποίησης, στα όρια του μηδενισμού, ως προς το θεμελιώδες ζήτημα της σεξουαλικότητας (διότι, τι άλλο αναμένεται οι ομοφυλόφιλοι θετοί «γονείς» να προβάλλουν ως πρότυπο στα παιδιά που θα υιοθετήσουν;), οι απώτερες επιπτώσεις στην ευρύτερη γεννητικότητα άρα και στην δημογραφική υγεία της κοινωνίας μας αναμένονται βαρύτατα επιζήμιες.
Μήπως όμως δεν ζούμε ήδη τη δημογραφική μας εξαφάνιση, μέσα από την επέλαση του γενικότερου δικαιωματισμού, που στην περίπτωση του γάμου των ομοφυλοφίλων κατάφερε να επιβάλλει την άποψη της μειοψηφίας επί της πλειοψηφίας; Πανηγύρισε ο «βαθύτατα περιληπτικός» (λόγια του) Προθυπουργός μας διότι η Βουλή κατάφερε να εναντιωθεί στην κοινή γνώμη και να επιφέρει έτσι πλήγμα στην «τυραννία της πλειοψηφίας» (λόγια του και πάλι).
Ξέχασα όμως…μετά την αλλαγή πολιτικού ανέμου στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο κος Πρωθυπουργός, πλέον, μιλά για «τυραννία της μειοψηφίας» (ναι, επίσης λόγια του!).
Άλλα όσες κωλοτούμπες και να κάνει ο κος Μητσοτάκης, δυστυχώς το κακό έχει ήδη γίνει και είναι μεγάλο.
Σημειώσεις:
[1]: Το διαφιλονικούμενο νομοσχέδιο προτάθηκε από ένα μικρό αλλά εξαιρετικά ισχυρό πυρήνα εξωκοινοβουλευτικών κυβερνητικών παραγόντων, σε πείσμα της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινής γνώμης. Η συντονισμένη πίεση που ασκήθηκε σε βουλευτές (τα «φροντιστήρια» στα οποία υποβάλλονταν περί της πολιτικής ορθότητας του νομοσχεδίου), η τεράστια προπαγάνδα θετικής επικοινωνιακής προβολής του θέματος ως βήμα «εκσυγχρονισμού»» της «οπισθοδρομικής» μας κοινωνίας, η ύποπτα ήπια αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας, η ταχύτητα με την οποία έγινε η κοινοβουλευτική διαδικασία, όλα δηλώνουν την ισχύ σε μέσα όσο και σε αποφασιστικότητα της εισηγήτριας πλευράς.
Αν βάλουμε στη ζυγαριά, από τη μία, το τεράστιο πολιτικό κόστος, το οποίο σαφώς γνώριζαν και υπολόγισαν τόσο οι εισηγητές όσο και προσωπικά ο Πρωθυπουργός, ενώ από την άλλη, την υποτιθέμενη κοινωνική ωφέλεια (πόσους πολίτες εξυπηρετεί), τότε δεν μπορεί κανείς να μην απορήσει: για ποιον λόγο οι σημερινοί πολιτικοί και ιδιαίτερα της παράταξης που σήμερα κυβερνά, οι οποίοι δεν κάνουν βήμα χωρίς να έχουν βεβαιωθεί δημοσκοπικά από πριν για την πολιτική ωφέλεια και το πολιτικός κόστος της κάθε απόφασής τους, τελικά προχώρησαν στην εισήγηση του τόσο αμφιλεγόμενου και πολιτικά επώδυνου νομοσχεδίου;
Η απάντηση μπορεί να είναι: είτε μια ανώτερου ηθικού ερείσματος, πολιτικά ανιδιοτελής προσφορά προς μια ελάχιστη αλλά άδικα καταπιεζόμενη κοινωνική μειοψηφία (η «τυραννία της πλειοψηφίας» όπως μας την εξήγησε ο κος Μητσοτάκης), είτε αντιθέτως, η πολιτικά ιδιοτελής αυτή τη φορά εξυπηρέτηση έξωθεν συμφερόντων, αλλότριων ως προς τις αξίες και τις ευαισθησίες της μεγάλης πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού. Αφήνω την απάντηση στον καθένα μας.
Τελικά, το κατάπτυστο νομοσχέδιο ψηφίστηκε από επαρκή αριθμό πειθήνιων κυβερνητικών βο(υ)λευτών αλλά και από τους υπόλοιπους «προοδευτικούς» του αριστερο-φιλελέ φάσματος. Επιβλήθηκε πάντως εντός του Κοινοβουλίου και μόνον, όχι στη συνείδηση της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων, αδιαφορώντας που το Ελληνικό Έθνος συντρίβεται δημογραφικά, ταχύτερα δυστυχώς από σχεδόν όλες τις άλλες ευρωπαϊκές και δυτικές χώρες (τα έχουμε πει αλλού αυτά, ενώ μόνο στην Κορέα και στην Ιαπωνία έχουν χειρότερους δείκτες γεννητικότητας).
Άλλωστε για το δημογραφικό πρόβλημα, οι πολιτικοί της Ευρώπης οι οποίοι υποστηρίζουν και αντιπροσωπεύουν στα Κοινοβούλιά τους τα προβεβλημένα οικονομικά και εργοδοτικά συμφέροντα, θεωρούν ότι είναι ζήτημα μακροπρόθεσμης οικονομικής (δυσ)λειτουργίας. Το επίδικο γι' αυτούς είναι η διατήρηση ενός σταθερού πληθυσμού, ο οποίος θα στηρίζει την προσφορά εργασίας και μαζί την εσωτερική κατανάλωση, πρόβλημα αριθμητικό συνεπώς, όχι ποιοτικό. Γι' αυτόν τον λόγο τέτοιοι πολιτικοί (και οι υποστηρικτές τους) προώθησαν την αναπλήρωση του γηράσκοντος γηγενούς πληθυσμού με μετανάστες και δη μουσουλμάνους, αφού αυτοί οι τελευταίοι είναι και οι προθυμότεροι να κάνουν μαζική απόβαση στη Γηραιά Ήπειρο.
Ενώ πριν παραβίαζαν και παρέκαμπταν με το «έτσι θέλω» τα σύνορά μας, τα φυσικά και τα αξιακά, οι μεγαλοφυείς πολιτικοί μας έφτασαν κάποια στιγμή να τους απευθύνουν και επίσημη πρόσκληση! Οι απανταχού Αφγανοί, Πακιστανοί, Μπαγκλαντεσιανοί, Σύριοι, Αιγύπτιοι, υποσαχάριοι Μουσλουλμάνοι κλπ., θα πρέπει να έτριβαν τα μάτια τους...Μόνον που οι νεοεισερχόμενοι -και ακόμα εξαιρετικά γόνιμοι- δεν εννοούν να ασπαστούν τις αξίες και τις παραδόσεις των εντόπιων. Αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα (παρασύρθηκα).
[2]: Η ιδιαιτερότητα νοείται στη διαλεκτική της σχέση με τη συλλογικότητα. Μια ιδιαιτερότητα το θεμελιακό ενοποιητικό στοιχείο που ορίζει κάθε συλλογικότητα. Αντίστροφα, η συλλογικότητα αναδεικνύει και ενισχύει την συστατική της ιδιαιτερότητα υποβιβάζοντας ή καταργώντας τη σημασία άλλων ιδιαιτεροτήτων.
[3]: Η Διδώ Σωτηρίου (βλ. «Τα επιτεύγματα της Ελευθερίας» Β.5.5. ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, σελ. 161-163) για παράδειγμα, υιοθετήθηκε από την ευκατάστατη αλλά άτεκνη θεία της και τον σύζυγό της. Έζησε ευτυχισμένα μαζί τους μέχρι την ενηλικίωσή της.
[4]: Για πάνω από δέκα χρόνια από τη γέννηση τα παιδιά δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνα τους ούτε τους βασικούς κινδύνους της ζωής ενώ μπορεί να περάσουν πολλά ακόμα χρόνια μέχρι να αποκτήσει κάποιος τις ειδικές δεξιότητες, τη φυσική δύναμη και τη γενική πολιτισμική γνώση (συμμόρφωση με ήθη και έθιμα, γλώσσα, θρησκεία, παραδόσεις πολιτική κοινωνική οργάνωση) ώστε να αυτοσυντηρηθεί μέσα σε μια εξελιγμένη ανθρώπινη κοινωνία.
[5]: Η Ορθόδοξη Εκκλησία, με το πνεύμα συγχώρεσης και λειτουργικής οικονομίας που τη διακρίνει, δέχεται τη λύση του ενός ατυχούς γάμου και καθαγιάζει ξανά μια νέα υπεύθυνη και σύμφωνη με τους θρησκευτικά ήθη επιλογή, μέχρι και τρεις φορές.
[6]: Πρόκειται για τη λογική πλάνη της σύγχυσης μερικού με γενικό. Συνιστά την αδυναμία διάκρισης σχετικών μεγεθών (λόγος μερών). Προκύπτει από τη χαοτική μετάβαση από μερικότητα σε μερικότητα, από την αδυναμία επαγωγικής γενίκευσης με την απαιτούμενη λογική ασφάλεια.
[7]: Ακόμη μια φορά, ας μη συγχέουμε εξαιρέσεις και κανόνα.
Πηγές:
3.
4.
Τα επιτεύγματα της ελευθερίας, Ράμφος Στ., Οικογένεια, Δημογραφικό πρόβλημα, Ράμφος Στέλιος, Μιμίδιο, Γάμος ομοφυλοφίλων