Φθινοπωρινή εκδρομή στο Παναγιόρεμα

Ο δρόμος ξεκινά ελαφρά ανηφορικά, μέσα από λαχίδια με κατάφορτες ελιές. Η χρονιά είναι καλή φέτος, παρά τη δεύτερη κατά σειρά καλοκαιρινή ξηρασία και τους καύσωνες. Το ευλογημένο δέντρο έχει καταπληκτική αντοχή!

Βρίσκουμε πρώτα τον ΆηΣυμιο (Άγιο Συμεών), κρυμμένο πίσω από ελιές και βαθυπράσινες κυπαρισσένιες λόγχες.

Το σεμνό εκκλησάκι.

Συνεχίζουμε προς τα πάνω...

...ώσπου το μονοπάτι ξεκόβει από το δρόμο που συνεχίζει προς τα κτήματα. Ξεκινά τώρα η σοβαρή ανηφόρα.

Καθώς ανεβαίνουμε, βλέπουμε στους απέναντι λόφους τα ελαιόδεντρα που φύτεψαν με πολύ κόπο οι προηγούμενες γενιές. Για να φτάσουν να ξεχερσώσουν εδώ πάνω, σε τόσο δύσκολο τόπο και τόσο μακρυά από τον εύφορο λόγγο, σίγουρα ήταν πολύ εργατικοί και αποφασισμένοι. Ίσως όμως τους έφερε ως εδώ και η ανάγκη...

Τον παλιό καιρό, σαν προπομπό ή σαν τάμα, δίπλα στα μονοπάτια απ' όπου περνούσαν οι διαβάτες, έστηναν προσκυνητάρια. Υπάρχει και εδώ ένα.

Τα χρειαζούμενα (λάδι, φυτίλια κλπ.) είναι όλα άφθονα και καθαρά. Μέχρι και χαρτομάντηλα φρόντισαν ν' αφήσουν οι αφιερωτές πιστοί για τους κατοπινούς διαβάτες!
Ανάβουμε το καντηλάκι με σπίρτα από κλασικό σπιρτόκουτο (κι όχι τίποτα χαζοαναπτήρες...), με τη θρυλική φιγούρα του Βεληγκέκα στην όψη.

Δίπλα εκεί, ένα εντυπωσιακό σκίσιμο στο βράχο. Όχι, δεν καρφώθηκε εκεί μέσα το σπαθί κάποιου μυθικού ήρωα. Είναι μόνο που ο βράχος δεν άντεξε, τόσες χιλιάδες χρόνια, την ταλαιπωρία από την εναλλαγή κρύου και ζέστης.

Αν η προηγούμενη εικόνα ήταν ένα μάλλον αναμενόμενο αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών, τι να πει κανείς για τούτο δω το περίεργο; Ποιες απίθανες πιθανότητες και ποιες διαδικασίες συντέλεσαν για να σχηματιστούν τα δύο (!) ομόκεντρα ημικύκλια από βρύα;

Πιο πάνω, εκεί που το μονοπάτι διασχίζει το ρέμα, υπάρχει τσιμεντένια γέφυρα. Σημαίνει πως υπήρχε σημαντική κίνηση πιστών στο μονοπάτι, ακόμη και μέσα στο χειμώνα.

Φθινοπωρινά χρώματα.

Μοναχικό κυκλάμινο.

Κατακόκκινα μήλα κισσού πάνω στον ξερό θάμνο.

Σαν κάποιος πέτρινος φρουρός να στέκει εκεί πέρα.

Κοντινό πλάνο. Πόσο πιθανό είναι τώρα αυτό;

Στην τελική φάση, το μονοπάτι γίνεται πολύ ανηφορικό. Με ανακούφιση φτάνουμε κάτω από τα βοηθητικά κτίσματα.

Έξω από το εκκλησάκι, το οποίο είναι σφηνωμένο στο βράχο.

Αριστερά στο βάθος, κοντά στο βράχο βρίσκεται η παλιά εικόνα.

Δεν έχουν μείνει παρά ελάχιστα τμήματα από το αρχικό ζωγραφισμένο επιχρίσμα. Όμως, η εικόνα εμπνέει με την ίδια δύναμη τους πιστούς, οι οποίοι συρρέουν κάθε χρόνο στις 8 του Σεπτέμβρη για να αξιωθούν τη χάρη της Παναγιάς της Ρεματούσας.

Μια νεώτερη εικόνα, με βυζαντινότροπη καλλιτεχνική έκφραση, πλαισιωμένη με παλιές φωτογραφίες του τόπου και της εκκλησίας.

Και μια άλλη εικόνα, πολύ διαφορετικής τεχνοτροπίας.

Προχώρησα καμιά 50αριά μέτρα πιο πέρα από το εκκλησάκι και να η υπέροχη θέα προς την Άμφισσα (φαίνεται ο Συνοικισμός). Μου κίνησε όμως το ενδιαφέρον το πέτρινο κτίσμα μπροστά και σκέφτηκα να το δω από κοντά, ώστε να καταλάβω τι μπορεί να ήταν.

Κατεβαίνοντας βρήκα έναν άλλον, παράξενα ανάγλυφο βράχο. Ακόμη πιο περίεργο είναι το ότι δεν υπήρχε άλλος βράχος εκεί κοντά με ανάλογες γλυφές. Δεν είναι βέβαια αθρώπινο έργο, αλλά αποτυπώματα πανάρχαιων ζωντανών οργανισμών πάνω στον ασβεστόλιθο.

Το κτίριο είναι αρκετά μεγάλο. Οι τοίχοι του έχουν σχεδόν μισό μέτρο πάχος, με καλά πελεκημένες πέτρες στην εξωτερική τους πλευρά. Δεν έγινε τυχαία τόσo μεγάλο και τόσο ανθεκτικό. Τι ή ποιον να στέγαζε;

Περίπου τέσσερα μέτρα ύψος από το ανώμαλο έδαφος, με παράθυρο στο πάνω μέρος. Πρέπει ν' ανέβουμε ως εκεί για να δούμε τη θέα που αντίκρυζε και τότε ίσως καταλάβουμε τι μπορεί να εξυπηρετούσε.

Δίπλα στο παράθυρο υπάρχει και ένα άλλο, μικρό, άνοιγμα. Δεν μπορείς να φτάσεις εκεί για να δεις, αλλά είναι φανερό ότι κοιτάει ψηλά. Δεν έχει ας πουμε σκοπό παρατήρησης κάποιας πρόσβασης προς το κτίσμα. Συνεπώς, το όλο πράγμα δεν είχε καμιά προφυλακτική λειτουργία.

Προχωράμε με προσοχή πάνω στον τοίχο. Στο βάθος το εκκλησάκι.

Η θέα από το παράθυρο. Χάρμα ιδέσθαι! Καταλήγω ότι το κτίσμα πρέπει να ήταν διόρωφο (πώς αλλιώς να φτάσεις το παράθυρο με τη θέα;), με ξύλινο μεσοπάτωμα. Πρέπει επίσης να υπήρχε ξύλινη σκεπή που έχει πλήρως ξηλωθεί και καταστραφεί (δεν υπάρχουν ίχνη σχετικής ξυλείας εκεί κοντά). Δεν ήταν πάντως βοηθητικός χώρος για το εκκλησάκι, γιατί τότε θα έπρεπε ήταν κοντύτερά του. Το πιο πιθανό είναι πως πρόκειται για κατοικία, με το κάτω μέρος να είναι αποθηκευτικός χώρος. Έμαθα διαβάζοντας αλλού ότι στο Παναγιόρεμα διαβιούσε κάποτε καλόγηρος και ίσως αυτή ήταν η κατοικία του.

Από την άλλη μεριά της ρεματιάς υπάρχει ένα άλλο κτίσμα, το οποίο προφανώς είχε μαντρί για ζώα. Βλέπουμε τον πέτρινο περίβολο μαζί με το κονάκι του ιδιοκτήτη.

Κοντινότερο πλάνο. Ενδιαφέρον! Αξίζει να το δούμε από κοντά.

Εξαιτίας των άγριων θάμνων είναι πλέον δύσκολο να κατεβείς στη ρεματιά και δεν συστήνεται. Η έξοδος προς την άλλη πλευρά είναι επίσης πολύ επικλινής.

Τα καταφέρνουμε πάντως και φτάνουμε στην είσοδο του μαντρότοιχου.

Τη φυλάει πλέον μια αγριελιά.

Αντί για ξερολιθιά, υπάρχει παχύς τοίχος και κονίαμα που δείχνει χρήση άφθονου νερού κατά το χτίσιμο. Είναι πιο φροντισμένη και πιο ακριβή κατασκευή, που σημαίνει σοβαρό, μακροπρόθεσμο σκοπό.

Και για το κονάκι έχει γίνει πολύ δουλειά.

Μπροστά στην είσοδο υπάρχει δεξαμενή νερού, επιχρισμένη με σοβά! Θα τη χρειάζονταν φυσικά και τα ζώα. Μα καλά, που βρέθηκε τόσο νερό εδώ πέρα;

Να η απάντηση! Σε μια σχισμή του βράχου στο πλευρό του κονακιού, γλύφει νερό. Τα παλιά χρόνια πρέπει να υπήρχει μεγαλύτερη ροή και μάλλον αυτό ήταν που έκανε τον τσοπάνο/ένοικο να φτιάξει το μαντρί του εκεί. Το νερό οδηγούνταν με μικρό αυλάκι προς τη δεξαμενή.

Στο εσωτερικό πρέπει να βρισκόταν κάποιο είδος "κουζίνας", μαζί με παραστιά.

Εντυπωσιακό ότι η σκεπή δεν ήταν απλώς ξύλινη, αλλά τσιμεντένια και οπλισμένη με σιδερόπλεγμα. Αυτό δείχνει ότι το κτίσμα πρέπει να είναι αρκετά νεότερο από το άλλο που είδαμε πιο πάνω. Ίσως ήταν κατοικία κάποιου βοσκού.

Η θέα από την κουζίνα προς το εκκλησάκι. Είναι μια σπάνια οπτική γωνία για να δει κανείς το Παναγιόρεμα.

Και η θέα προς την Άμφισσα μέσα από τη ρεματιά. Ο τόπος έχει μια γλυκιά ησυχία και ήταν δροσερός τα καλοκαίρια. Επειδή υπήρχε (και υπάρχει ακόμα) αρκετό νερό στο εκκλησάκι, κάποιοι Σαλωνίτες παραθέριζαν παλαιότερα στο Παναγιόρεμα.

Μεσημέριασε όμως και ήρθε όμως η ώρα της επιστροφής. Αποχαιρετώ με μια εικόνα πράσινης, γαλάζιας και λευκής τριχρωμίας από τον Έλατο. Ως την επόμενη εκδρομή...
Μετά από σχόλια επί της ανάρτησης στο FB, προμηθεύτηκα και διάβασα το βιβλίο για το Παναγιόρεμα και εκεί έμαθα κα ξεδιάλυνα την ιστορία πισω απο τα ερείπια που φωτογράφισα. Ακολουθεί η έπόμενη "επεξηγηματική" ανάρτηση.

Μετά την προηγούμενη ανάρτηση για το Παναγιόρεμα, από προτροπή φίλων, ανέτρεξα στην ιστορία του ιδιαίτερου αυτού τόπου. Προμηθεύτηκα το εξαιρετικό βιβλίου του συγγραφέα και φίλου Ευθυμίου Χ. Ταλάντη (μου το προσέφεραν ευγενικά οι κυρίες Έφη Δημητρέλου και Χαρίκλεια Γάτου, εκ μέρους του Φιλανθρωπικού Συλλόγου Άμφισσας "Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων"), το οποίο περιέχει πολλά στοιχεία για την ιστορία της εκκλησίας και του χώρου.
Η πιο σημαντική γραπτή πηγή για το ιστορικό της σημερινής εγκατάστασης είναι το βιβλίο του Θεοχάρη Μελισσάρη, "Η Ιστορία της Αμφίσσης και των πέριξ Κωμοπόλεων και Χωρίων", που τυπώθηκε το 1924. Στο βιβλίο του κου Ταλάντη ενσωματώνονται επίσης και αρκετές προφορικές μαρτυρίες.
Πολύ συνοπτικά:
Ο οικιστής των κτιρίων που φωτογράφησα και κτήτορας της μικρής εκκλησίας που πρόσκειται στον βράχο (στην τοπική λαλιά γνωστό ως, "Παναγιά η Ρεματούσα", αφιερωμένη στην Γέννηση της Θεοτόκου), είναι ο Κωνσταντής Ιωάννου Ταγκαλής. Έμπορος στο επάγγελμα, ανακάλυψε περί το 1896, με μυθιστορηματικό τρόπο, την εικόνα της Παναγίας προφυλαγμένη μέσα στο βράχο. Έκτοτε, αφιερώθηκε στην φροντίδα του τόπου. Έκτισε το εκκλησάκι με δικά του έξοδα, αποσύρθηκε από το εμπορικό του και εγκαταστάθηκε στην περιοχή, διαβιώντας εκεί ως κοσμοκαλόγερος μέχρι το τέλος της ζωής του (απεβίωσε το 1930). Με διαθήκη του κληροδότησε το εκκλησάκι και την γύρω περιοχή, ό,τι δηλαδή είχε κατοχυρώσει με την εργασία του ως ιδιοκτησία, στον ανωτέρω Φιλανθρωπικό Σύλλογο (συστάθηκε το 1919, να τα χιλιάσει!).
Ο Σύλλογος διατηρεί μέχρι σήμερα με υποδειγματική φροντίδα το χώρο καθαρό και συγυρισμένο, συνεπικουρούμενος από τις εθελοντικές προσφορές των πιστών. Η περιοχή δεν ήταν πάντως παρθένα, όπως προκύπτει από τα γραφόμενα του Μελισσάρη. Αυτός μάλιστα έγραψε την ιστορία του εκεί, στο Παναγιόρεμα, φιλοξενούμενος από τον Ταγκαλή. Απολάμβανε προφανώς την έμπνευση και την ηρεμία που αναδίνει η δροσερή ρεματιά. Αναφέρει θεμέλια εκκλησίας που προϋπήρχαν. Η εικόνα είχε διαφυλαχτεί εντός του βράχου, ίσως από πιστούς που προσπάθησαν να τη σώσουν από επίδοξους καταστροφείς. Είναι αμφιλεγόμενο αν κατάγεται από την εποχή της Εικονομαχίας (η αντοχή του ξύλου). Το πιο πιθανό είναι οι διώκτες της να ήταν οι αλλόθρησκοι που κατέκτησαν τον τόπο πολύ αργότερα.
Σε έγγραφο του 1932 (υπάρχει στα ΓΑΚ Άμφισσας) στο οποίο έχει αναδιφήσει το κος Ταλάντης, ο τότε Σύλλογος απευθύνεται στον Πρόεδρο της Κοινότητας Αμφίσσης (Ι. Γιδόγιαννο) για να κατοχυρώσει τα ιδιοκτησιακά διακαιώματα που του κληροδότησε ο οικιστής. Αναφέρονται ονομαστικά, ως όμορα, αρκετά αμπέλια, κοινοτικό λειβάδι και αγρός, όλα ιδιοκτησίες επώνυμων στη γύρω περιοχή. Γράφεται ότι ο Ταγκαλής "κατείχε και ενέμετο" την οριοθετημένη περιοχή "διανοία κυρίου και καλή τη πίστει, πέραν της τριακονταετίας".
Αν και υπήρξε κάποτε προστριβή του Ταγκαλή με κτηνοτρόφο για τη βοσκή στην περιοχή, κανείς δεν αμφισβήτησε ότι ο πρώτος ξεχέρσωσε με δικά του έξοδα και με πολύ προσωπικό κόπο μια σχετικά μεγάλη περιοχή. Οι μαρτυρίες λένε για φυτεμένα αμπέλια και αμυγδαλιές, σε αριθμούς που επέτρεπαν πλεόνασμα παραγωγής προς εμπορία. Ακόμη πιο προσοδοφόρα λέγεται ότι ήταν η μελισσοκομία, την οποία ο Ταγκαλής ανάπτυξε ως κύρια επιτόπια ασχολία του. Εγκατέστησε επίσης ζώα για κτηνοτροφία, ενώ έκτισε και κάποια, υποτυπώδη μάλλον, κελιά στα οποία φιλοξενούνταν φυματικοί.
Τώρα λοιπόν ξεδιαλύνεται η εικόνα του τόπου που φωτογράφησα:
Το κύριο ερειπωμένο κτίριο κοντά στην εκκκλησία πρέπει να ήταν η κατοικία του κοσμοκαλόγερου-οικιστή και ο κάτω χώρος να του χρησίμευε ως αποθήκη.
Στην άλλη πλευρά της ρεματιάς έγινε το μαντρί. Εκεί, μακριά τόσο από την εκκλησία όσο και από την κατοικία του Ταγκαλή, βρήκαν καταφύγιο σε πρόχειρα κελιά κάποιοι φυματικοί της πόλης. Ο Ταγκαλής όχι μόνο τους δεχόταν σε δικό του χώρο αλλά ίσως τους έτρεφε κιόλας από τα γεννήματα του τόπου (μπορεί οι συγγενείς να προσέφεραν κάποιο αντίτιμο, αλλά δεν έχει γραφεί οτιδήποτε σχετικό).
Από μόνο του αυτό ήταν τεράστια φιλανθρωπία για τους ανθρώπους που είχαν χτυπηθεί από τη μάστιγα της εποχής και οι οποίοι έπρεπε να απομακρυνθούν εκτός πόλης -αλλά όχι πολύ μακρυά της- σε τόπο με υγιεινό κλίμα, καθαρό αέρα, πρόσβαση στα αναγκαία και με δυνατότητα περιστασιακής συναναστροφής με τις οικογένειές τους. Αυτές τις προϋποθέσεις τις εκπλήρωνε όλες το Παναγιόρεμα. Το πιο πιθανό είναι ότι η παρουσία φυματικών στην περιοχή (ιδιαίτερα αν υπήρχε κοντά έστω και λίγο νερό) προηγήθηκε της εγκατάστασης του Ταγκαλή. Σε μια εκδοχή μάλιστα της ιστορίας, ο ίδιος είχε προσβληθεί στην εφηβική του ηλικία και θεραπεύτηκε διαβιώντας στο Παναγιόρεμα (με φροντίδες της οικογένειάς του, εννοείται). Η λέξη σανατόριο είναι βέβαια πολύ προωθημένη. Καταφύγιο φυματικών ήταν.
Τώρα αιτιολογούνται επίσης το μέγεθος και το σημαντικό κόστος της τοιχοποιίας (προορισμένα για αντοχή στο χρόνο), οι εκτεταμμένες εγκαταστάσεις στην άλλη πλευρά της ρεματιάς και οι σοβαρές υποδομές στο απότομο μονοπάτι (δύο μικρά αλλά τσιμεντένια γεφύρια, όπως και ευμεγέθεις, ψηλές ξερολιθιές). Δεν ήταν μόνο η συνεχής μετακίνηση πιστών, αλλά και η διαρκής, καθ΄ όλο το χρόνο και σημαντική σε μέγεθος "εξαγωγική" οικονομική δραστηριότητα του τόπου. Μάλιστα ο φίλος Nikos Kokologos μου είπε ότι υπάρχουν επίσης ερειπωμένα ασβεστοκάμινα δίπλα στο μονοπάτι (δεν κατάφερα να τα εντοπίσω).
Από όλη αυτή την κάποτε εργώδη οικονομική δραστηριότητα, από την κατοίκηση του κοσμοκαλόγερου και των όποιων, έστω περιστασιακών, βοηθών του (δεν μπορεί να τα έκανε μόνος του όλα), από τη συνεχή διακίνηση πιστών, των άτυχων αρρώστων και των οικογενενειών τους, απομένουν σήμερα μόνον τα σιωπηρά ερείπια του σπιτιού κοντά στην εκκλησία και του μαντριού/κελιών στην απέναντι πλευρά της ρεματιάς.
Ούτε ίχνος δεν κατάφερα να εντοπίσω από αμπελώνες και αμυγδαλεώνες. Η φύση έχει επαναφέρει την περιοχή στην προ-Ταγκαλή ευδαίμονα και πρωτόγονη μορφή της. Ο οικιστής όμως άφησε ικανούς και αφοσιωμένους κληρονόμους για την εκκλησία στα πρόσωπα των εκάστοτε μελών του "Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος".
Μια εκδρομή (ή έστω επίσκεψη με το αυτοκίνητο πλέον) θα σας αποζημιώσει για τον κόπο με την ομορφιά και την ηρεμία του χώρου. Εναλλακτικά και συμπληρωματικά, μπορεί κανείς να διαβάσει το πολύ ωραίο βιβλίο του κου Ταλάντη, το οποίο διατίθεται στα γραφεία του Συλλόγου, στην Άμφισσα. Εγώ πάντως θα ξαναπάω, αλλά όχι το κατακαλόκαιρο. Τώρα και μέχρι την άνοιξη είναι η εποχή για όποιον έχει όρεξη!