Τα ψυχοσάββατα
Διάβασα ένα πολύ ωραίο και κατατοπιστικό άρθρο για τα Ψυχοσάββατα στον πολύ ενδιαφέροντα ιστότοπο Kimintenia (το όνομα των αγαπημένων βουνών της Αιολικής Γης για τα οποία μιλά ο Βενέζης στο ομώνυμο βιβλίο του). Ο ιστότοπος περιέχει πολύ ενδιαφέρονται θέματα αλλά αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι το ότι οι αναρτήσεις του απηχούν ψυχική ευγένεια, ευαισθησία, καλαισθησία, νοσταλγία και θρησκευτικό αίσθημα.
Το παραθέτω αυτούσιο και σας προσκαλώ να το διαβάσετε απευθείας από την πηγή:
Δεν γνώριζα για πολλά από αυτά που διάβασα εκεί για τα Ψυχοσάββατα. Νόμιζα μάλιστα πως υπάρχουν τρία Ψυχοσάββατα, ενώ είναι δύο μόνον: Το ένα πριν την Κυριακή των Απόκρεω (57 ημέρες πριν το Πάσχα) και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής (48 ημέρες μετά το Πάσχα). Το δε θεωρούμενο "Ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων" (πρώτο Σάββατο της Τεσσαρακοστής) είναι μόνο η ανάμνηση του "δια κολλύβων" θαύματος του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.
Μπορεί κανείς να βρει ακόμη περισσότερα σε συναφείς ιστότοπους. Εδώ θα κάνω μόνο τρία δικά μου σχόλια, δίπλα σε αντίστοιχα χωρία του άρθρου (τα παραθέτω σε πλαγιοσειρά αλλά με δικούς μου τους επιτονισμούς):
1. "...Ὁ λόγος ποὺ τὰ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας -τα Ψυχοσάβατα-, παρ᾿ ὅτι κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ πολλοὶ κατὰ καιροὺς ἀπέθαναν μικροὶ σὲ ἡλικία ἢ στην ξενιτιὰ ἢ στὴν θάλασσα ἢ στὰ ὄρη καὶ τοὺς κρημνοὺς ἢ καὶ μερικοί, λόγῳ πτωχείας, δὲν ἀξιώθηκαν τῶν διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι ἐθέσπισαν τὸ μνημόσυνον αὐτὸ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν»..."
Είναι υπέροχη αυτή η συμ-πάθεια του σώματος των πιστών της Εκκλησίας για όσους χριστιανούς "ετελεύθησαν ευσεβώς" αλλά δεν αξιώθηκαν να μνημονευθούν με το καθιερωμένο εκκλησιαστικό μνημόσυνο. Τι συμπόνια, αγάπη και αίσθημα κοινότητας περιέχει αυτή η μέριμνα των ζώντων πιστών για όλα τα μέλη της Εκκλησίας! Αυτός είναι ο ορισμός της Εκκλησίας, ως μια συνεκτική κοινότητα αλληλέγγυης σωτηριακής μέριμνας. Οι απανταχού χριστιανοί είναι διακριτά κύτταρα ενός σώματος, ενός οργανικού ζώντος συνόλου: της Εκκλησίας. Συνέχονται στον πνευματικό χώρο από μια ενοποιό πίστη και πάλλονται στον ίδιο εκκλησιαστικό λειτουργικό ρυθμό.
Με αφορμή τα Ψυχοσάββατα, δεν θα μιλήσω εδώ για τη χριστιανική προσδοκία της ανάστασης νεκρών όπως ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστης. Ούτε θα εστιάσω στο θεολογικό ή στο μετανοιακό περιεχόμενο του μνημοσύνου. Μιλώ μόνο για τη συγκινητική ενθύμηση των ζώντων χριστιανών προς τον κεκοιμημένο συνάνθρωπο, προς τον εγγύς αλλά και τον άγνωστο κοινωνό της πίστης τους, όποτε, όπου και όπως αυτός μεταστάθηκε οριστικά, επέκεινα του παρόντος υλικού κόσμου.
2. "...Σύμφωνα μὲ ὁμόφωνη ἁγιοπατερικὴ μαρτυρία τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἀδιάκοπη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση αἰώνων, οἱ εὐχὲς γιὰ τοὺς νεκροὺς θεσπίστηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἡ θέσπιση αὐτὴ ἔχει δύο βασικὰ θεμέλια: α) τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας ἁγίων, ποὺ ἀποτελεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ζωντανούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς «κεκοιμημένους» χριστιανοὺς καὶ β) τὴν πίστη στὴν μεταθανάτια ζωή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν τελικὴ κρίση..."
Το χωρίο αυτό αναφέρεται στο θεμέλιο του Xριστιανισμού: την πίστη στην ανάσταση νεκρών και στη μεταθανάτια ζωή. Το σχόλιό μου δεν θίγει αυτό το θεμέλιο, δεν υποστηρίζει, αντιμάχεται ή χλευάζει την προσδοκία των χριστανών με λογικά επιχειρήματα. Από ουδέτερη θέση και μόνον, μπορεί κανείς να προσέξει το βαθύ συναίσθημα γαλήνης και ηρεμίας που χαρίζει στον χριστιανό η θεώρηση του κόσμου ως μιας αδιάκοπης συνέχειας, όπου δεν αποχωριζόμαστε τους αγαπημένους οικείους, ούτε τη χαρμόσυνη φύση γύρω μας, παρά προσωρινά μόνο.
Η ζωή στο Χριστιανισμό δεν οράται ως πεπερασμένο φαινόμενο. Δεν θεωρείται πρόσκαιρη και τυχαία σύμπτωση υλικών συνθηκών εντός ενός αιώνιου μετασχηματισμού της ύλης. Αντίθετα, στο Χριστιανισμό η ζωή προσλαμβάνεται ως αιωνιότητα, ως διαρκής βίος μιας αυθύπαρκτης οντότητας: της ανθρώπινης ψυχής. Ο χριστιανός πιστεύει ότι η ζωή μπορεί να υπόκειται στο φυσικό νόμο κατά τη διάρκεια της πεπερασμένης υλικής της φάσης, αλλά ενέχει μέσα της και μια άυλη, άφθαρτη "πνοή", την ψυχή, η οποία εκτείνεται έξω από τον αισθητό χώρο και διαρκεί πέρα από τον μετρήσιμο χρόνο. Πρόκειται για μια "μη-ουσία", η οποία ορίζει και ταυτοποιεί τον Άνθρωπο και ταυτόχρονα τον εξατομικεύει, ως ιδιαίτερο πλάσμα της Δημιουργίας. Η ψυχή είναι το συνδετικό στοιχείο και το μέσο επικοινωνίας κατά την υπερβατική κοινωνία του Ανθρώπου με κάτι Υπερ-άνθρωπο, με κάτι άπειρο και αιώνιο και γι' αυτό ακατανόητο: με το Θείο.
Ο Χριστιανισμός φυτεύει και καλλιεργεί την πίστη στην αιώνια συνέχεια της ζωής, στην βεβαιότητα κοινωνίας με το επέκεινα: δεν τελειώνει η υπάρξή μας σε κάποια στιγμή του χρόνου και σε κάποιο σημείο του τόπου. Το πρόσωπο που φεύγει από κοντά μας, που περνά το ποτάμι ανάμεσα στον υλικό και στον άυλο κόσμο, δεν χάνεται ως ύπαρξη, καθώς αποσβένεται η μνήμη του με το χρόνο. Δεν είναι καν προϋπόθεση για τη συνέχεια της ύπαρξης της ψυχής, η μνήμη των ζώντων για τον αποδημούντα. Άγνωστοι και ταπεινοί εξίσου με τους διάσημους και τετιμημένους απολαμβάνουν την ίδια αφθαρσία, ως διακριτές και ευδαίμονες υπάρξεις.
Ο χωρισμός των οικείων μας, διδάσκει ο χριστιανισμός, είναι προσωρινός μόνο. Αυτό γαληνεύει την ψυχή του ζώντα, απαντά στην αγωνία για το δικό του μέλλον και λειτουργεί παυσίλυπα κατά το δράμα της απώλειας.
Κατ' αντίθεση, δεν είναι καθόλου αυτή η αρχαιοελληνική θέση για το θάνατο. Για τους αρχαίους προγόνους μας ο Χάρος μάς οδηγεί οριστικά και αμετάκλητα στο πλουτώνειο βασίλειο του Κάτω Κόσμου, εκεί όπου οι ψυχές συνεχίζουν να υπάρχουν, είναι όμως μελαγχολικές και περίλυπες, αποκομμένες από την προσδοκία επαφής, τόσο με τους οικείους του Άνω Κόσμου όσο και από την θερμή, από τη συναισθηματική κοινωνία με τις υπόλοιπες απόδημες ψυχές φίλων και οικείων.
Δεν απορεί κανείς για την ταχύτατη εξάπλωση μιας πίστης που προσέφερε στην ανθρωπότητα ένα τέτοιο ισχυρό μήνυμα ελπίδας.
Στον Χριστιανισμό οι κεκοιμημένοι αγαπημένοι μάς περιμένουν για να ανταμώσουμε ξανά σε περιβάλλον γαλήνης και ευτυχίας, εκεί όπου το δράμα της καθημερινότητας δεν θα απασχολεί το σώμα και το πνεύμα, όπου θα βρισκόμαστε σε απευθείας, αέναη, αγαπητική κοινωνία μεταξύ μας. "Εν σκηναίς δικαίων..."
Ακριβώς σ' αυτή την έννοια της κοινωνίας ψυχών εστιάζει και η άποψη του αρθρογράφου ότι "...Τὴν μεγαλύτερη ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας στὴ μνήμη τους..." εννοώντας ότι η Θεία Κοινωνία κατά τη μέρα του μνημοσύνου συνδέει τους ζώντες και τους κεκοιμημένους. Υπέροχο!
3. Ας προσγειωθούμε με ένα πιο πεζό σχόλιο, που όμως τονίζει την πολιτισμική και εθνική μας συνέχεια. "...Στὰ μνημόσυνα παραθέτουμε καὶ εὐλογοῦνται μόνο καλῶς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ὡς ἐνδεικτικὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὄχι ἀλλα ὑποκατάστατα (κουλουράκια – ψωμάκια – γλυκά κ.λπ.)..."
Πρόκεται για τις αρχαίες μακαρίες (απ΄ όπου και προέρχεται και η λέξη "μακαρόνια", ως αντιδάνειο απο τα ιταλικά), που προσφέρονταν μεταξύ των οικείων κατά τα νεκρόδειπνα που ακολουθούσαν την κηδεία (η λέξη "κηδεία" σημαίνει τη φροντίδα -εδώ, για το νεκρό). Είναι και αυτή μια μικρή αλλά σημαντική μαρτυρία για το ότι μας συνδέει μια τρισχιλιόχρονη εθιμική παράδοση με τους αρχαίους μας προγόνους.
Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία έδρασε ως κιβωτός της παράδοσης και των εθίμων που έρχονται από το μακρινό εθνικό μας παρελθόν, ενώ συνεχίζει και σήμερα να αγρυπνά και να αγωνιά για τη διαφύλαξη της παράδοσης και της ταυτότητας του Ελληνικού Έθνους.
Αυτοί που όλως απρεπώς δεν ευχαρίστησαν την Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τους εορτασμούς του ιωβηλαίου της Επανάστασης (της Παλιγγενεσίας, αυτή είναι η ορθή λέξη) είναι ακριβώς όσοι είτε από αμάθεια είτε από ιδεολογία, αγνοούν ή εχθρεύονται την εθνική μας παράδοση και την έννοια της συνέχειας του Ελληνικού Έθνους.
Δεν είναι θεολογικό ή θρησκευτικό αυτό το σχόλιο, αλλά ιστορικό και πολιτισμικό. Δεν είναι ανάγκη να είσαι σήμερα πιστός χριστιανός ορθόδοξος (μπορεί να είσαι άθεος ή και αντικληρικός ακόμα) για να κατανοήσεις και να σεβαστείς το ρόλο της Ορθοδοξίας στην επιβίωση του Ελληνικού Έθνους. Όποια και αν είναι η σημερινή ιδεολογική, φιλοσοφική ή θρησκευτική προσέγγιση του καθενός μας, δεν εννοείται να μην ευχαριστείς ειλικρινά και μεγαλόψυχα την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία για το εθνικό πολιτισμικό κληροδότημα το οποίο διαφύλαξε μέσα στο έρεβος της σκλαβιάς, ώστε να το απολαμβάνουμε σήμερα εμείς όλοι, όσοι μιλάμε σήμερα την ελληνική ως μητρική μας γλώσσα.
Δυστυχώς, εδρεύει σήμερα σε πολλούς, κατ' επιφάνεια ορθόδοξους αλλά και αρνητές της πίστης, η απόλυτη αχαριστία και η ευτελής μικροψυχία, απέναντι σ' έναν κοσμικό θεσμό του κράτησε το Γένος ζωντανό και μνήμων μέσα στη μαύρη σκλαβιά.
Κλείνω με την προσδοκία αυτή η ανάρτηση να προσφέρει μια πιο διαυγή εικόνα για το πώς η Ορθοδοξία διαχειρίζεται την αγωνία του θανάτου και τη λύπη για την απώλεια των αγαπημένων μας. Επίσης, για το πώς ο Χριστιανισμός χαρίζει ελπίδα, ευαγγελίζοντας τη συνέχεια της ζωής για την κοινωνία των πιστών.