Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Μονολίθου λαογραφία

Ο φίλος Στέλιος Κούτρης | Facebook δημοσίευσε στην Ομάδα ΜΟΝΟΛΙΘΟΣ ΡΟΔΟΥ (MONOLITHOS RHODES) | Facebook το πολύτιμο υλικό από έρευνα της Ακαδημίας Αθηνών για τις αγροτικές εργασίες στη Μονόλιθο, καθώς και τα σχετικά έθιμα που τις συνόδευαν, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1920 και φτάνοντας ως μετά τον Πόλεμο και την Ενσωμάτωση.

Για μένα προσωπικά είναι συγκινητικό ότι στην έρευνα συμμετείχε ο πάππος μου Παπα-Κλήμης Διακομανώλης, όπως φαίνεται στην κάτωθι αναφορά. Παραδοσιακά, στα χωριά της Ελλάδας ο παπάς βρισκόταν στο κέντρο της κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Φυσικό είναι οι άνθρωποι που ανέλαβαν να συλλέξουν τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο της Ακαδημίας να ζητήσουν από τον παπά του χωριού και όσους άλλους θεωρούνταν οι πιο μορφωμένοι (δάσκαλος) και οι πιο ειδικοί για να δώσουν τις κατάλληλες απαντήσεις. 

Η έρευνα πρέπει να έγινε τουλάχιστον 1-2 χρόνια πριν το 1968 που πρωτοσυντάχθηκε -μέχρι να διατρέξουν οι ερευνητές τα διάφορα χωριά και μετά να συγκεντρωθεί το υλικό πίσω στην Αθήνα- και δημοσιεύτηκε ολοκληρωμένη το 1970 από το Εθνικό Τυπογραφείο. Για όποιον ενδιαφέρεται, στο link βρίσκεται ολόκληρη η έρευνα:  https://repo.academyofathens.gr/archive/item/33720 και μπορεί κανείς να κατεβάσει τις σελίδες της σε PDF (ή απευθείας πλέον, από αυτό εδώ το ιστολόγιο).

Εδώ, με βάση τις απαντήσεις  (τις οποίες μάλλον έχει γράψει ο ίδιος ο πάππος μου), θα κάνω σχόλια για το οικονομικό, κοινωνικό και  θρησκευτικό περιεχόμενο της ζωής στη Μονόλιθο, σχεδόν 100 χρόνια πίσω στο χρόνο. Η εικόνα που αποκαλύπτεται είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα:

 

Η Μονόλιθος εμφανίζεται ως χωριό εργατικών νοικοκύρηδων αγροτών-κτηνοτρόφων (σελ. 2). Δεν υπήρχαν κολλήγοι, σέμπροι κ.λπ. Ο οικογενειακός κλήρος ήταν η βάση της οικονομίας και όλη η οικογένεια συμμεριζόταν τον μόχθο στο χωράφι και στ' αλώνι.

Η συνεχής διαίρεση των κλήρων στα τέκνα «αμέσως μετά τον γάμον» (σελ. 1) απέτρεπε τη συγκέντρωση μεγάλων και συνεχών κλήρων. Ούτε η γεωμορφία του τόπου ευνοούσε τις ανταλλαγές ομοειδών χωραφιών προς συνένωση όμορων κλήρων, καθώς δεν υπάρχουν πεδινές εκτάσεις με όμοια μεταξύ τους ποιοτικά χαρακτηριστικά εδάφους και με εφάμιλλη αποδοτικότητα. Έτσι οι κλήροι παρέμεναν μικροί και η οικογενειακή περιουσία ήταν κατατμημένη και διάσπαρτη.

Εξαιτίας της απουσίας συγκρότησης τόσο μεγάλων ενιαίων κλήρων όσο και μεγάλων ιδιοκτησιών (έστω και διάσπαρτων), δεν υπήρχαν μεγαλοϊδιοκτήτες που να μισθώνουν εργατικό δυναμικό για μεγάλες ιδιοκτησίες και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η κάθε οικογένεια ξεχωριστά εργαζόταν στα μικρού μεγέθους ιδιόκτητα χωράφια της, ικανά να αποδώσουν κοντά στο όριο συντήρησης μιας οικογένειας, δίχως ένα , έστω, οριακό πλεόνασμα προς εμπορία πέραν του χωριού. Δεν αναφέρονται ούτε επαγγελματίες έμποροι αλλά ούτε και εξειδικευμένοι τεχνίτες, ικανοί να βιοπορίζονται μόνο από την τέχνη τους, χωρίς να ασχολούνται με τα οικογενειακά χωράφια.

Μόνος μεγαλοϊδιοκτήτης φαίνεται να ήταν η Εκκλησία (σελ. 1,2), στα κτήματα της οποίας εργάζονταν οι χωρικοί με ενοίκιο. Θα ήθελα πάντως να μάθω: πόσο μεγάλη ήταν αθροιστικά η εκκλησιαστική ιδιοκτησία; Ποιοι ήταν οι όροι μίσθωσης των αγρών και των εργατών; Ποια ήταν η αποδοτικότητα της καλλιέργειας των εκκλησιαστικών κτημάτων σε σχέση με τους υπόλοιπους οικογενειακούς κλήρους; Άξιζε δηλαδή να μισθώσεις τα εκκλησιαστικά κτήματα;

Όπου η οικογένεια χρειαζόταν καποια ενίσχυση εργατικών χεριών για τη σύντομη περίοδο του θερισμού, τότε η προσφορά εργασίας από τους συγχωριανούς αμείβονταν σε είδος, μαζί με προσφορά φαγητού (σελ. 14).

Για το αλώνισμα γράφεται ότι η κάθε οικογένεια είχε το δικό της αλώνι, στην ίδια τοποθεσία έξω από το χωριό («στ’ αλώνια», σελ. 18). Πάντως, μου είναι δύσκολο να αντιληφθώ πώς γινόταν να υπάρχουν τόσα ξεχωριστά οικογενειακά αλώνια (σελ. 19).

Ο αλωνισμός δείχνει πως ήταν εργασία υψηλής έντασης και κατεπείγουσα, γι’ αυτό ξεκινούσε πρωί-πρωί και συνέχιζε ακόμη και τη νύκτα, αρκεί να υπήρχαν ξεκούραστα ζώα (σελ. 22).  

Σίγουρα, το εργατικό δυναμικό του χωριού δεν πλεόναζε. Οι νέοι γράφεται ότι έμεναν στο χωριό και λίγοι μόνο έφευγαν για εποχική εργασία σε άλλους τόπους. Πριν τη μεγάλη μετανάστευση προς την Αυστραλία (μεταπολεμικά), όσοι λίγοι εργάτες έφευγαν πήγαιναν να δουλέψουν είτε ως κτίστες είτε σε καλλιέργειες, κυρίως στη Μικρά Ασία (!, σελ. 2).

Η όλη εικόνα που σκιαγραφείται από τις απαντήσεις του πάππου και των άλλων συγχωριανών μας είναι αυτή μια κλειστής, αυτάρκους, μη χρηματικής (η αμοιβή της εργασίας ήταν σε είδος, σελ. 2) αγροτικής οικονομίας.

Οι τεχνικές και τα μέσα είναι Ησιόδεια, όπως δείχνει η λίπανση με την κοπριά των οικόσιτων ζώων, καθώς και τα διάφορα βασικά εργαλεία (μονόπτερο ξύλινο άροτρο, το οποίο κατασκεύαζε οι ίδια η οικογένεια, σελ. 4, κ.λπ.).

Παρόμοια με την εποχή του Ησιόδου, η άροση γινόταν «βουστροφηδόν» (σελ. 8), ενώ εφαρμοζόταν αγρανάπαυση ανά δύο έτη (σελ. 9).

Η καταπληκτική συνέχεια με την αρχαιότητα του έθνους των Ελλήνων επιζεί με εντυπωσιακό τρόπο μέσα από τις ίδιες τρισχιλόχρονες λέξεις για τα εργαλεία: χερολάι, περόνα, διχάλι, ζυγός, τραχηλιά κ.α.

Μετά από ατέλειωτους αιώνες καλλιέργειας με τα ίδια μέσα και τις ίδιες μεθόδους, η μεγάλη αλλαγή ήρθε μόνο μετά τον Πόλεμο. Τα χημικά λιπάσματα και η εκμηχάνιση εμφανίστηκαν, με αργό ρυθμό, μετά το 1950 (σελ. 3), ίσως με τα προγράμματα του Σχεδίου Μάρσαλλ.

Όμορφες και συγκινητικές είναι οι αναφορές στην ευλάβεια των προγόνων μας. Ο πατέρας, ως πρεσβύτερος της οικογένειας, θέριζε με συμβολικό τρόπο, «σταυρωτά», το τελευταίο κομμάτι του χωραφιού (σελ. 15). Απέθεταν τα τελευταία θερισμένα στάχυα σταυροειδώς, καταγής, και τα ράντιζαν με «άπιοτο νερό». Το σταυροειδές δεμάτι δεν το αλώνιζαν αλλά το έπαιρναν στο σπίτι, ως φυλαχτό και ως σύμβολο του ετήσιου αγώνα για τον επιούσιο!

Πιο ύστερα, όταν πια μετά από ένα ολόκληρο έτος φροντίδας και κόπων μάζευαν τον πολυπόθητο καρπό με το φτυάρι, σταύρωναν πάλι τρις τον σωρό και τον ράντιζαν με σπυριά στάρι, ως ευλογία και ως ευχαριστία προς το Θεό (σελ. 28).

Μια άλλη εντυπωσιακή, προ-χριστιανική αυτή τη φορά θρησκευτική παράδοση, είναι οι φωτιές του Αη-Γιαννιού, κατά το θερινό ηλιοστάσιο (23 Ιουνίου). Σ’ αυτό το έθιμο του Κλήδονα, οι φωτιές ανάβονταν έξω από κάθε σπίτι και οι πρόγονοί μας τις πηδούσαν χωρίς να λένε τίποτε (σελ. 31).

Η άλλη μεγάλη ετήσια πυρά ήταν ο πασχαλινός «καλαφουνός» από μεγάλες «κουτσούρες» που έφερναν από το πευκόδασος της Κυμισάλας. Τον άναβαν οι νέοι του χωριού το βράδυ της Ανάστασης έξω από την Εκκλησία του Αποστόλου Θωμά. Αυτό το έθιμο διατηρείται μέχρι σήμερα!

Πολύ ενδιαφέροντα είναι και όσα αναφέρονται στα φορολογικά ζητήματα:

Ο κύριος φόρος σε είδος των Οθωμανών ήταν η δεκάτη, η οποία, παρά το όνομά της, δεν ισοδυναμούσε πάντα με το 10% της παραγωγής. Κατά την οθωμανική περίοδο επιμερίζονταν συγκεκριμένο «δώσιμο» ανά χωριό. Τη φοροσυλλογή αναλάμβαναν οι ανά τόπους προεστοί (κοτζαμπάσηδες) οι οποίοι αναλάμβαναν ως εκμισθωτές (θα κατέβαλλαν οι ίδιοι -ως εγγυητές της φοροαπόδοσης- το ορισθέν «δώσιμο» στο ντοβλέτι. Κατά τη συλλογή του φόρου σταδιακά υπερέβαλλαν εαυτούς, ώστε να παρακρατήσουν το μέγιστο δυνατό πλεόνασμα (υπεραπόδοση άνω του καθορισμένου «δωσίματος») για ίδιον όφελος. Εντούτοις, ο θεσμός της συλλογικής ευθύνης της Κοινότητας απέναντι στο Κράτος, αποτέλεσε το θεμελιακό κύτταρο της κοινοτικής ζωής κατά την Τουρκοκρατία.

Η δεκάτη διατηρήθηκε και μετά την Ανεξαρτησία στις απελευθερωμένες περιοχές του νέου Ελληνικού Κράτους και καταργήθηκε μόνο με την τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις του Κουμουνδούρου το 1880.

Στη Μονόλιθο τώρα: ποιος μπορεί να ήταν και από πού ερχόταν ο «δεκατιστής»; Διατήρησαν οι Ιταλοί αυτή τη φορολογία μετά την κατάληψη των Δωδεκανήσων; Ο φόρος -που συλλέγονταν στο αλώνι- σε τι πραγματικό ποσοστό αντιστοιχούσε;

Επίσης, σε τι μέρος αντιστοιχούσαν οι άλλες παρακρατήσεις (παπαδιάτικο, αγροφυλακιάτικο, γυφτιάτικο, αλωνιάτικο), οι οποίες συλλέγονταν στο σπίτι, καθώς γράφεται; Από ποιους συλλέγονταν;

Θα χαιρόμουν να μας διαφωτίσει κάποιος Μονολιθιάτης, ο όποιος μπορεί να θυμάται ο ίδιος ή να γνωρίζει από ακούσματα ή και από μελέτη.

 

Συνοψίζοντας, είναι πολύ συγκινητική αυτή η περιγραφή. Μας επιτρέπει ν’  αναδιφήσουμε στην ζωή γενεών και γενεών, οι οποίοι έζησαν  έναν δύσκολο, επίμοχθο αλλά και καθόλα φυσικό και ευλαβικό βίο στα χώματα της αγαπημένης μικρής πατρίδας. Ταυτόχρονα μας δείχνει ξεκάθαρα με γλωσσικά και εθιμικά στοιχεία το νήμα της συνέχειας με τους αρχαίους μας προγόνους. Για μένα, είναι ακόμα πιο συγκινητικό το ότι σ’ αυτές τις σελίδες διαβάζω τη γραφή και το λόγο του σεβαστού πάππου μου, παπα-Κλήμη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μονόλιθος, Φιλομάθεια, Ακαδημία Αθηνών, παπα-Κλήμης, Λαογραφία