Skip to main content

Α-πορούμε ώστε να πορευόμαστε.

Νύχτες της Μόσχας

Ακούστε ένα υπέροχο ρωσικό τραγούδι και απολαύστε μια γλυκιά νοσταλγική μουσική να ντύνει θαυμάσιους στίχους. Μιλά για ένα ζευγάρι μεσ' σ' ένα κήπο, κάπου στις εξοχές έξω από τη Μόσχα. Σε μια ήρεμη φεγγαρόλουστη καλοκαιρινή βραδιά, ατενίζουν μαζί τα νερά ενός μικρού ποταμού, καθώς κυλά σιωπηλά εκεί κοντά. [1]

Οι «Νύχτες της Μόσχας» (ρωσικά: Подмосковные вечера, μεταφρασμένο ως Podmoskovnie vechera) είναι ένα ρωσικό τραγούδι, ένα από τα πιο γνωστά εκτός της πατρίδας του.

Το τραγούδι δημιουργήθηκε αρχικά ως «Leningradskie Vechera» («Νύχτες του Λένινγκραντ») από τον συνθέτη Βασίλι Σολοβιόβ-Σεντόι και τον ποιητή Μιχαήλ Ματουσόφσκι το 1955 (όταν και οι δύο είχαν καθιερωμένες καριέρες), αλλά κατόπιν αιτήματος του Σοβιετικού Υπουργείου Πολιτισμού, ετοιμάστηκε η έκδοση «Подмосковные вечера» (μεταγραμμένη ως «Podmoskovnye Vechera»· λίγο-πολύ «Βράδια στα προάστια της Μόσχας»), με αντίστοιχες αλλαγές στους στίχους.

Το 1956, το Podmoskovnye Vechera ηχογραφήθηκε από τον Βλαντιμίρ Τρόσιν, έναν νεαρό ηθοποιό του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, για ένα ντοκιμαντέρ για τον αθλητικό αγώνα Σπαρτακιάδα των Λαών της ΡΣΟΣΔ, για μια σκηνή όπου οι συμμετέχοντες ξεκουράζονται στο Ποντμόσκοβιε, στα προάστια της Μόσχας.

Δεν έλαβε ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της ταινίας, αλλά απέκτησε σημαντική δημοτικότητα χάρη στις ραδιοφωνικές εκπομπές. Το 1957, το τραγούδι κέρδισε τόσο τον διεθνή διαγωνισμό τραγουδιού όσο και το πρώτο βραβείο στο 6ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα, προς έκπληξη των δημιουργών του.

Το τραγούδι εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο, επιτυγχάνοντας ιδιαίτερη δημοτικότητα στην ηπειρωτική Κίνα. Η εκτέλεση της μελωδίας στο πιάνο από τον Van Cliburn το 1958 [2] συνέβαλε σε αυτή τη διεθνή εξάπλωση. Αυτό το βίντεο ηχογραφήθηκε ζωντανά το 2013 στη συναυλία της Κόκκινης Πλατείας στη Μόσχα.

Διάλεξα αυτή την εκτέλεση, με την θαυμάσια φωνή του βαρύτονου Ντμίτρι Χβαραστόβσκυ, γιατί την ακούω πάντα με νοσταλγία και θλίψη μαζί.  Ο εξαίσιος καλλιτέχνης και ακόμα πιο υπέροχος χαρακτήρας, το παλληκάρι από τη Σιβηρία, ο οποίος στάθηκε αληθινή δόξα του ανθρώπινου σώματος και του ανθρώπινου πνεύματος, έφυγε δυστυχώς από κοντά μας το 2017, στα 55 του μόνο χρόνια.   

Το ζευγάρι που τραγουδά (τον συνοδεύει η σοπράνο Άννα Νιετρέμπκο), αποπνέει φρεσκάδα, ομορφιά, ευαισθησία κι ευγένεια. Όπως ακριβώς η σκηνή που περιγράφουν οι στίχοι του τραγουδιού. Έκανα μια προσπάθεια να μεταφράσω από το το ρωσικό κείμενο και ιδού τι κατάφερα.

 

Не слышны в саду даже шорохи,

Всё здесь замерло до утра.

Если б знали вы, как мне дороги

Подмосковные вечера.

Δεν ακούγονται στον κήπο ούτε ψίθυροι,

Όλα έχουν παύσει, μέχρι το πρωί.

Αν ήξερες, τι ακριβές είναι για μένα

Οι νύκτες στην εξοχή. [3]

Речка движется и не движется,

Вся из лунного серебра.

Песня слышится и не слышится

В эти тихие вечера.

Κυλά και δεν κυλά το μικρό ποτάμι,

Ασημένιο φεγγαρόφως παντού.

Κάποιο τραγούδι ακούγεται και δεν ακούγεται

Μεσ’ σε τούτες τις ήμερες βραδιές.

Что ж ты, милая, смотришь искоса,

Низко голову наклоняя?

Трудно высказать и не высказать

Всё, что на сердце у меня.

Τι κοιτάς λοξά, χαριτωμένη,

Κλίνοντας το κεφάλι χαμηλά;

Δύσκολο να πεις ή να μην πεις,

Ό,τι υπάρχει στην καρδιά.

А рассвет уже всё заметнее.

Так, пожалуйста, будь добра.

Не забудь и ты эти летние

Подмосковные вечера.

Χαράζει κιόλας η αυγή.

Παρακαλώ, να ‘σαι καλή.

Μην ξεχνάς, ούτε κι εσύ, τούτες τις καλοκαιρινές

Νύχτες στην εξοχή.

 

Εξαίσια ρομαντική εικόνα! Για όποιον έχει ζήσει την ομορφιά του καλοκαιριού της ρωσικής ενδοχώρας, οι στίχοι τον ταξιδεύουν αυτόματα σε οικείες παραστάσεις και μνήμες. Το τοπίο όμως είναι πολύ διαφορετικό από τις δικές μας μεσογειακές καλοκαιρινές νύχτες. Γι' αυτό και θα προσπαθήσω να περιγράψω λίγο περισσότερο το σκηνικό που έχει στο νου του ο ποιητής. 

Στην απέραντη ρωσική πεδιάδα δεν φυσούν ούτε η αύρα της μεσογειακής μας ακρογιαλιάς, ούτε το ελαφρύ και δροσερό αεράκι των βουνών μας. Όταν σουρουπώνει το καλοκαίρι, στα βαθιά ύστερα της μέρας, όλα γαληνεύουν μ' ένα ιδαίτερο "ρωσικό" ρυθμό. Ο καπνός, από κάποια φωτιά κάπου κοντά, λικνίζεται καθώς ανυψώνεται κατακόρυφα και νωχελικά, σχεδόν κοιμιστικά, σαν το λιβάνι. Οι λιμνούλες γεμίζουν έντομα και βατράχια· μόνον αυτά ταράζουν με το βουητό τους και το γοερό μελαγχολικό κόασμά τους τη γενική ακινησία. Τα ρυάκια (και είναι πολλά) δεν τρέχουν κελαρυστά σαν τα δικά μας, μόνο κυλούν σχεδόν ανεπαίσθητα, φιδογυρίζουν σιωπηλά χωρίς προσανατολισμό. Υπάρχει συνήθως πολλή ζέστη αλλά και υγρασία. Όλα είναι καταπράσινα (βρέχει άλλωστε συχνά),τόσο τα φύλλα στα δέντρα, όσο και η χλόη κάτω. Στο βάθος μακρυά δεν ατενίζεις βουνά, ούτε και νησιά ή ακρογιάλια. Μόνο σκοτεινές σιλουέτες δέντρων συναντά η ματιά, ή μπορεί και να φτάνει αναμπόδιστα μέχρι την οριζόντια γραμμή της απέραντης στέππας. Πάνω ένα απέραντο επίσης στεφάνι, ένας βαθύς μεγαλόπρεπος θόλος· ίσως-ίσως κάποια αραιά, επίπεδα, αργοκίνητα σύννεφα και ανάμεσά τους τ' αστέρια και το φεγγάρι ν' αντιφεγγίζουν πάνω στις υδάτινες επιφάνειες.

Σ' ένα τέτοιο ρομαντικό σκηνικό μάς μεταφέρει το ποίημα.  Ωστόσο, μ' ένα ευφυές εκφραστικό τέχνασμα, το σκηνικό γίνεται πλεόν μαγικό, καθώς ο ποιητής μάς μεταφέρει στο μεταίχμιο, ανάμεσα στο πραγματικό και στο ονειρικό: ένα τραγούδι εκεί κοντά -ίσως κάποιου μερακλή, μπορεί κι ενός πονεμένου ή κάποιου ερωτευμένου- "ακούγεται και δεν ακούγεται", μας λέει. Οι δυο νέοι ατενίζουν το ασημί του φεγγαριού καθώς αυτό καθρεπτίζεται πάνω στο μικρό ποτάμι· και ο χρόνος...σταματάΤο ποταμάκι "κυλά και δεν κυλά". Η καρδιά της νέας αιωρείται, η ματιά της λοξεύει αναποφάσιστα, ερευνητικά ίσως, προς τον νέο. Η κεφαλή της κλίνει προς κάτω γλυκά, σεμνά, σαν καμπανούλα το σούρουπο. Το αίσθημα τού νέου στέκει επίσης μετέωρο: να πει, και να μην πει, ό,τι νιώθει στην καρδιά... 

Είναι ένα σκηνικό ευγενικού ανομολόγητου έρωτα, που αφήνει πίσω μια ελαφρά πικρή, μελαγχολική νοσταλγία: "Να θυμάσαι μόνο, κορίτσι, πώς σταματούσε ο χρόνος, αυτές τις θερινές βραδιές στην εξοχή!"

 

Τη γλυκιά μουσική θέλησα να την ακούσω και σε άλλες εκτελέσεις μια από την περίφημη Χορωδία του Κόκκινου Στρατού (Alexandrov Ensemble choir), σε παλιά εκτέλεση του αηδονιού της Χορωδίας, του τενόρου σολοϊστα Evgeny Belyaev (Евгений Беляев):

 

Και σε μια άλλη παλιά εκτέλεση του Εσθονού βαρύτονου Георг Отс (Γκέοργκ Οτς):

 

 


 

Σημειώσεις:

[1]: Ζήτησα από το ChaptGPT να δημιουργήσει μια σχετική εικόνα, όπου ένα ζευγάρι απολαμβάνει τον φεγγαρόφωτο καθώς αυτό πέφτει πάνω στα νερά του ποταμού και μου έφτιαξε την εικόνα που φαίνεται εδώ πιο πάνω, στο σαλόνι! 

[2]: O Van Cliburn κέρδισε τον πρώτο Διεθνή Διαγωνισμό Τσαϊκόβσκυ που ιδρύθηκε στα χρόνια της ΕΣΣΔ (γίνεται κάθε τέσσερα χρόνια) και εγκαινιάστηκε με κάθε λαμπρότητα το 1958 στη Μόσχα. Ο 23χρονος τότε Αμερικανός πιανίστας καταγοήτευσε το πολύ απαιτητικό και εξαιρετικά μορφωμένο μουσικά σοβιετικό κοινό, αλλά μαζί και τους πολύ αυστηρούς και έμπειρους κριτές. Αυτό συνέβη μέσα στο κρύο του "Ψυχρού Πολέμου" και έτσι, όταν οι κριτές ψήφισαν τον Αμερικανό πιανίστα ως τον καλύτερο, θεώρησαν ότι έπρεπε να πάρουν την άδεια του Χρουστσόβ. Όταν του τηλεφώνησαν, αυτός ρώτησε: "Έίναι ο καλύτερος;" "Ναι" του απάντησε ο Όιστραχ. "Ε, τότε δώστε του το βραβείο", είπε ο Σοβιετικός ηγέτης. 

Δείτε εδώ το "encore" που χάρισε στο σοβιετικό κοινό ο Van Cliburn όταν τέλειωσε το κοντσέρτο. Με τι ειλικρινή και ευγενική αγάπη χαρίζει τα φιλιά του και πόσο ανοιχτόκαρδα οι μουσικοί και οι ακροατές τον ανταμοίβουν με την ευγνωμοσύνη τους!

 

[3]: Δεν έχει σημασία η ονομασία της πόλης (άλλωστε με το Λένινγκραντ ξεκίνησαν και από υπολογισμό κατέληξαν στη Μόσχα), αλλά η εξοχική περιοχή. Στα ρωσικά Подмосковные (με το πρόθεμα "Под") σημαίνει "περιοχή έξω από" (τη Μόσχα, ή όποια άλλη πόλη, αν μπει το "Под" μπροστά). Όχι τόσο "γύρω από", που υπονοεί τα πυκνοκατοικημένα προάστια της πόλης, όσο περισσότερο "έξω από", εννοώντας τις αραιοκατοικημένες εξοχές στα όρια της πόλης, εκεί όπου όπου οι Ρώσοι έχουν τις ξύλινες "ντάτσες" τους, με τους κήπους και τις αυλές τους. 

 

 

 

 

Μουσική, Van Cliburn, Χβαραστόβσκυ Ν., Νιετρέμπκο Α., Σολοβιόφ-Σεντόι Β., Ματουσόφσκι Μ., Evgeny Belyaev, Alexandrov Ensemble choir, Georg Ots, Διεθνής Διαγωνισμός Τσαϊκόφσκυ, Χρουστσόβ, Ψυχρός Πόλεμος, ΕΣΣΔ, Όιστραχ, Ντάτσα